Τα Χριστούγεννα είναι μια ωραία γιορτή. Και μια ύπουλη γιορτή. Χωρίς να πάρουμε είδηση πώς, μας φέρνουν μπροστά σε ένα δυσάρεστο δίλημμα. Από τη μία, μας ξυπνάνε όλη μας την απληστία και μας δίνουν ένα σωρό άλλοθι για να τα θέλουμε όλα και -ει δυνατόν- αμέσως και, από την άλλη, μοχθηρά, μας ψιθυρίζουν στο αυτί: «Μα, είναι γιορτή πνευματικότητας, αγάπης… η γέννηση στο στάβλο… η απλότητα, η ταπεινοφροσύνη κλπ., κλπ.».


Οι ψίθυροι αυτοί είναι η φωνή της ηθικής, αυτής της χριστιανικής ηθικής με την οποία, όμως, η σχέση μας είναι μάλλον ­τυπική και η οποία κατατάσσει την απληστία στα 7 θανάσιμα αμαρτήματα. Ξέρουμε ότι δεν είναι «σωστό» να τα θέλουμε όλα, ότι «πρέπει» να μην εξαρτόμαστε τόσο πολύ από υλικά αγαθά, να μη δίνουμε τόσο μεγάλη σημασία, στη δύναμη, στην εμφάνιση.
Παρ’ όλα αυτά, δεν τα καταφέρνουμε. Η ηθική μας καταφέρνει ίσως να μας δημιουργεί ενοχές, ίσως ενίοτε και να μας αποτρέπει από το να φτάσουμε στα άκρα. Δεν καταφέρνει, όμως, να μας ελευθερώσει από αυτή την αχαλίνωτη «ανάγκη», μόλις έχουμε κάτι να θέλουμε κάτι άλλο, καλύτερο, περισσότερο, ωραιότερο, αλλιώτικο. Το «σύνδρομο του μικρού παιδιού μπροστά στη γεμάτη βιτρίνα» δεν μας εγκαταλείπει εύκολα, όσα κι αν έχουμε.
Η απληστία, όμως, δεν είναι «προνόμιο» των πλουσίων και ισχυρών, όσο κι αν σε αυτούς μοιάζει γκροτέσκα, αφού αυτοί πράγματι «τα έχουν όλα». Ωστόσο, ποιος μπορεί να πει τι είναι πραγματικά πλούτος και τι σημαίνει «τα έχω όλα»; Ποιος μπορεί να καθορίσει πότε είναι αρκετά αυτά που έχουμε;
«Είναι κάτι πιο δυνατό από μένα. Είναι σαν, μόλις η ζωή μού δώσει κάτι, να θέλω ακριβώς αυτό που δεν μου δίνει. Κάνω μια σχέση με έναν άνθρωπο που μου αρέσει και, αντί να νιώθω πλήρης, στενοχωριέμαι και αγωνιώ που θα πρέπει να δίνω λόγο σε κάποιον για τις πράξεις μου. Και στα πιο απλά και τετριμμένα: Αγοράζω ένα ζευγάρι παπούτσια και με πιάνει ανησυχία αν θα μπορέσω να αγοράσω και την τσάντα και τη ζακέτα που είδα», ομολογεί η Ζήνα, 29 ετών, που «αντικειμενικά» τα έχει όλα: καλή δουλειά, ωραία εμφάνιση, οικογένεια που τη στηρίζει, παρέες, σπίτι, τα πάντα.



Το «σύνδρομο του τζογαδόρου» σε παγκόσμια κλίμακα
Μέσα στις συζητήσεις και τα σχόλια για την επίκαιρη οικονομική κρίση που συνταράσσει ολόκληρο τον κόσμο, ακούγεται, για πρώτη ίσως φορά τόσο απροκάλυπτα μέσα σε άρθρα οικονομικών εφημερίδων, η λέξη απληστία.
Με έναν πολύ δυσάρεστο και οδυνηρό τρόπο, ανακαλύψαμε ξαφνικά πως πίσω από τους δείκτες των χρηματιστηρίων, τις τιμές του πετρελαίου, τις γυάλινες προσόψεις τραπεζικών κολοσσών που προκαλούν δέος, υπάρχουν μεμονωμένοι άνθρωποι που δρουν βάσει ανθρώπινων αναγκών και αδυναμιών. Άνθρωποι που για να μεγαλώσουν και να κατοχυρώσουν όλο και περισσότερο τον πλούτο και τη δύναμή τους άρχισαν να κάνουν παράτολμα βήματα, δικαιολογώντας τα στους εαυτούς τους ως σίγουρα και απαραίτητα. Το σύνδρομο του εθισμένου τζογαδόρου σε μεγάλη κλίμακα; Κάπως έτσι.






Είναι ένα συναίσθημα που χαρακτηρίζεται από μεγάλες δόσεις παραλόγου, δεν κατευθύνεται από καμία λογική και ο άπληστος άνθρωπος δεν είναι σε θέση να σταθεί με κριτικό μάτι απέναντι στις πράξεις του. Αντίθετα, βρίσκει πάντα λόγους και φαινομενικά λογικές εξηγήσεις για αυτές. Από πού προέρχεται, όμως, αυτή η άπληστη στάση απέναντι στη ζωή; Τι μας κάνει όλους -μερικούς ανθρώπους περισσότερο- να τα θέλουμε όλα και, αν γίνεται, αμέσως;
Σύμφωνα με την κοινωνιολογική εξήγηση, η στάση αυτή ερμηνεύεται ως συνέπεια της απομάκρυνσης του σημερινού ανθρώπου από τα οράματα, τις μεγάλες ιδεολογίες και τα συλλογικά ιδανικά.
Η ψυχαναλυτική ερμηνεία μιλά για τις δύο βασικές ανθρώπινες ορμές που συνυπάρχουν στον ψυχισμό μας, η ορμή του Έρωτα και η ορμή του Θανάτου. Μία πλευρά μας, λοιπόν, ελκύεται από τη ζωή (Έρωτας) και μία άλλη σαγηνεύεται από την καταστροφή, την ανυπαρξία (Θάνατος). Αυτή η διαρκής σύγκρουση μέσα μας εξηγεί τη δυσκολία μας -την άρνησή μας ουσιαστικά- να νιώσουμε ικανοποίηση και πληρότητα, δηλαδή να στραφούμε και να προχωρήσουμε προς τη ζωή.
Μια άλλη, πιο απλή -αλλά όχι απλοϊκή- εξήγηση είναι ότι η απληστία, η επιθυμία να αποκτούμε «πράγματα», να τα έχουμε όλα, παλεύει καταρχήν να καλύψει βασικές ανάγκες μας για ασφάλεια, ευχαρίστηση και ηδονή, την ανάγκη για αναγνώριση και δύναμη, για μοναδικότητα, ιδιαιτερότητα. Όποιος έχει αγαθά και δύναμη είναι ελκυστικός και επιθυμητός και νιώθει πιο σίγουρος για τον εαυτό του: αξίζω, όταν έχω/αποκτώ/συσσωρεύω πράγματα που αξίζουν. Καθετί που αποκτώ με κάνει να αισθάνομαι πιο σίγουρος και δυνατός σαν να γίνεται κομμάτι μου, έστω κι αν αυτή η αίσθηση κρατά κάθε φορά μόνο μερικές στιγμές και μετά παραμένω το ίδιο μόνος, κενός, γυμνός, ευάλωτος.
Δεν είναι εύκολο να παραδεχτεί κάποιος ότι «τα θέλει όλα», ότι είναι άπληστος. Άλλωστε, το να τα θέλει κανείς όλα, κοινωνικά όχι μόνο είναι αποδεκτό, αλλά είναι και συμπεριφορά που επιβραβεύεται. Όποιος τα θέλει όλα -είτε πρόκειται για πλούτο, αγαθά, ισχύ είτε για σχέσεις, καλοπέραση κλπ.- θεωρείται ξύπνιος, δυναμικός, ασυμβίβαστος, αξιοθαύμαστος. Αντίθετα, όποιος εκουσίως παραιτείται, αντιμετωπίζεται σαν κορόιδο, θύμα, χαζός, απροσάρμοστος. Ακόμη και η ψυχολογία έθρεψε με τον τρόπο της αυτή την ανθρώπινη πλευρά ως στοιχείο υγιούς προσωπικότητας. Μόνο τα τελευταία χρόνια η υπαρξιακή ­ψυχολογία-ψυχοθεραπεία (βλ. Irvin Yalom) ξανάρχισε να ασχολείται με την έλλειψη νοήματος του σύγχρονου ανθρώπου, την αγκίστρωσή του σε ηδονιστικά αγαθά και τα αδιέξοδα που συνεπάγονται αυτά τα δύο.
Η πιο κοινή και γνώριμη σε όλους και απόλυτα λογικοφανής άπληστη συμπεριφορά είναι το κυνήγι προσφορών-ευκαιριών. Κανείς δεν είναι άτρωτος σε αυτό: Να αποκτήσει κάτι επειδή είναι μοναδική ευκαιρία, απίθανη προσφορά, έστω κι αν ουσιαστικά δεν το χρειάζεται. Η τακτική των προσφορών που υιοθετεί η αγορά βασίζεται και απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στην απληστία μας, στην αδιάσειστη βεβαιότητα ότι κανένας «λογικός» άνθρωπος δεν αφή­νει μια «ανεπανάληπτη» ευκαιρία να πάει χαμένη.




› Όψεις του ίδιου νομίσματος: Σίγουρα και τα δύο φύλα έχουν εξίσου την τάση να τα θέλουν όλα. Δεν είναι εύκολο να πει κανείς αν οι άνδρες, λόγου χάρη, είναι περισσότερο ή λιγότερο άπληστοι από τις γυναίκες. Αυτό που ίσως τους κάνει να διαφέρουν είναι ότι οι γυναίκες αντλούν αυτοεκτίμηση περισσότερο από τις καλές και αρμονικές σχέσεις που κάνουν, ενώ οι άνδρες από την επιτυχία στη δουλειά, την οικονομική και κοινωνική τους καταξίωση. Έτσι, παρατηρούμε ότι οι άνδρες είναι ίσως πιο άπληστοι με τα λεφτά και τη δύναμη, ενώ οι γυναίκες «τα θέλουν όλα» στις σχέσεις τους: αρμονία, ευτυχία, επικοινωνία, τρυφερότητα, κατανόηση… Δύο διαφορετικές εκφάνσεις της απληστίας, που όμως μπορούν να οδηγήσουν εξίσου στη δυστυχία.
Εκ πρώτης όψεως, η απληστία έχει κάτι το παιδικό. Τα παιδιά βλέπουν κάτι και το θέλουν, χωρίς ενοχές και άλλους ενδοιασμούς. Αρπάζουν το παιχνίδι του άλλου παιδιού, επειδή «τους γυάλισε», χωρίς να σκεφτούν ή να ακούσουν τίποτα. Με την ίδια ευκολία, όμως, το ξεχνάνε και το δίνουν πάλι πίσω. Τα παιδιά συνήθως δεν συσσωρεύουν, είναι απλώς παρορμητικά. Θέλουν αμέσως αυτό που βλέπουν και το ξεχνάνε την επόμενη στιγμή. Μπορούν, όμως, εύκολα να γίνουν άπληστα, αν καταλάβουν ότι έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν οτιδήποτε επιθυμήσουν πριν καν το ζητήσουν.
Βέβαια, ενηλικιώνομαι, ωριμάζω σημαίνει μεταξύ άλλων ότι μαθαίνω να κυριαρχώ σε κάποιες παιδικές, πρωτόγονες παρορμήσεις μου. Όταν ένας άνθρωπος αναπτύσσεται προς μια πιο ώριμη και ολοκληρωμένη προ­σωπικότητα, αυτό σημαίνει ότι κάποιες πρωταρχικές ορμές αντικαθίστανται ή μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα προς όφελος κάποιων πιο «εξελιγμένων» που, όμως, καλύπτουν εξίσου τις ανάγκες του. Ο παρορμητισμός και η επιτακτικότητα που χαρακτηρίζουν τον παιδικό τρόπο ικανοποίησης αναγκών αντικαθίστανται στην ενήλικη ζωή με το προσωπικό νόημα που αποκτούν τα πράγματα για τον καθένα μας.



Πολλές φορές προσπαθούμε να «επαναφέρουμε» κάποιον άλλον ή τον εαυτό μας, όταν βλέπουμε να παρεκτρέπεται και να ζητά συνεχώς περισσότερα, με παρατηρήσεις του τύπου: «Έχεις τα πάντα και παραπο­νιέσαι;» ή «Δεν βλέπεις πόσοι άνθρω­ποι υποφέρουν, αυτό είναι αχαριστία». Συνήθως, όμως, αυτές οι υπενθυμί­σεις τού πόσο καλά «θα έπρεπε» να αισθανόμαστε δεν οδηγούν παρά μόνο σε ενοχές και οι ενοχές, με τη σειρά τους, σε καταρράκωση της αυτοεκτίμησης και, εντέλει, σε μεγα­λύτερη απληστία για να καλυφθεί το κενό. Ίσως ­είναι καλύτερα να ρωτήσουμε ή να αναρω­τη­θού­με σοβαρά και συγκεκριμένα τι είναι αυτό που λείπει και δεν υπάρχει ικανοποίηση. Δεν είναι εύκολο ερώτημα και μπορεί να ανακινήσει δυσάρεστα συναισθήματα, είναι όμως ο μόνος τρόπος να προχωρήσει ­κανείς πραγματικά.







Η κ. Λουίζα Βογιατζή είναι συμβουλευτική ψυχολόγος.

Δείτε επίσης: