Καθημερινά, ακουμπάμε, εισπνέουμε, αλλά και καταπίνουμε, «κοκτέιλ» χιλιάδων χημικών ενώσεων, λιγότερο ή περισσότερο τοξικών. Εκατοντάδες από αυτές χρησιμοποιούνται στα πλαστικά μπουκάλια, στα πλαστικά κύπελλα, στις μεμβράνες που τυλίγουν τα τυριά και τα κοτόπουλα στα σουπερμάρκετ, στα τάπερ, στα μπιμπερό. Από εκεί, μπορούν να «μεταναστεύσουν» στο περιεχόμενο της πλαστικής συσκευασίας, δηλαδή στο τυρί, στο λάδι, στο γάλα… Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας μια βρετανική επιδημιολογική έρευνα που συσχετίζει τη διφαινόλη Α (BPA), μια χημική ένωση που μπορεί να «μεταναστεύσει» από πλαστικά μπουκάλια και κονσέρβες στο περιεχόμενό τους, με τα καρδιαγ­γειακά νοσήματα και το διαβήτη. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε δημοσιοποιηθεί άλλη μελέτη που έδειχνε ότι η ίδια ουσία «μεταναστεύει» στο ζεστό γάλα από ορισμένα πλαστικά μπιμπερό. Τελικά, «τι τρέχει» με τα πλαστικά; Ποιους κινδύνους εγκυμονεί η χρήση τους και πώς μπορούμε να τους αποφύγουμε;






Η διφαινόλη Α είναι μια χημική ένωση που χρησιμοποιείται στην παραγωγή: α. των πολυκαρβονικών ενώσεων και β. των εποξυ-ρητινών. Από πολυκαρβονικές ενώσεις κατασκευάζεται το ελαφρύ, σκληρό και χρωματιστό πλαστικό που χρησιμοποιείται σε πιάτα, ποτήρια, μπιμπερό, μπουκάλια, cd, dvd, ηλεκτρονικό εξοπλισμό (π.χ. ξυπνητήρια, ηλεκτρονικούς υπολογιστές), αθλητικό εξοπλισμό (π.χ. παπούτσια, ακόντια, προστατευτικά κράνη), εξοπλισμό αυτοκινήτων (π.χ. φώτα, προφυλακτήρες), ιατρικές συσκευές και οδοντιατρικά σφραγίσματα. Οι εποξυρητίνες χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό προστατευτικό επίχρισμα που έχουν οι κονσέρβες, ώστε το μέταλλο να μην έρχεται σε επαφή με τα τρόφιμα, αλλά και σε σταθεροποιητές χρωμάτων και βερνίκια.


Η διφαινόλη Α δεν είναι βιοσυσσωρεύσιμη, δηλαδή δεν «μένει» στον οργανισμό. Αποβάλλεται με τα ούρα εντός 24ώρου. Ωστόσο, ανήκει σε μια κατηγορία χημικών ενώσεων που αποκαλούνται «ενδοκρινικοί διαταράκτες» (όπως και οι φθαλικές ενώσεις, που έχουν απαγορευτεί στα πλαστικά παιδικά παιχνίδια και στις εύκαμπτες πλαστικές μεμβράνες συσκευασίας τροφίμων). Αυτό σημαίνει ότι «μιμείται» τη λειτουργία των ορμονών, συγκεκριμένα των οιστρογόνων, διαταράσσοντας την ενδοκρινική ισορροπία του οργανισμού. Έρευνες σε πειραματόζωα έχουν συσχετίσει τη διφαινόλη Α με προβλήματα στην ηπατική λειτουργία, διαβήτη, πρόωρη έναρξη της εφηβείας, αποβολές, μεταβολές στο ανοσοποιητικό σύστημα, καρκίνο του μαστού και του προστάτη, ακόμη και με την παχυσαρκία.


Τα πλαστικά προϊόντα με διφαινόλη Α δεν φέρουν κάποια ένδειξη. Μπορείτε να βασιστείτε μόνο στο σήμα με τα βελάκια ανακύκλωσης, που ενδέχεται να υπάρχει στον πάτο του μπουκαλιού (το οποίο, όμως, δεν είναι υποχρεωτικό): τα πολυκαρβονικά πλαστικά έχουν τον αριθμό 7 και την ένδειξη PC.






Βρετανοί επιδημιολόγοι του Penin­sula Medical School παρατήρησαν ότι από τους 1.455 ενηλίκους Αμερικανούς που συμμετείχαν στην πανεθνική έρευνα NHANES (US Govern­ment’s National Health and Nutrition Examination Survey, 2003-2004), όσοι είχαν τα υψηλότερα επίπεδα διφαινόλης Α στα ούρα τους, είχαν και υπερδιπλάσιες πιθανότητες να πάσχουν από καρδιαγγειακά προβλήματα και διαβήτη, συγκρινόμενοι με όσους είχαν τα χαμηλότερα επίπεδα διφαινόλης Α. Επίσης, διαπίστωσαν ότι τα υψηλότερα επίπεδα αυτής της χημικής ένωσης συσχετίζονταν με μη φυσιολογικές τιμές των ηπατικών ενζύμων. Η έρευνα έχει δημοσιευτεί στην επιστημονική επιθεώρηση «Journal of the American Medical Association» και αποτελεί την πρώτη μεγάλης κλίμακας μελέτη για τη δράση της διφαινόλης Α σε ανθρώπους. Ωστόσο, «εάν δεν επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματά μας (από άλλες έρευνες), δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η διφαινόλη Α προκαλεί ασθένειες στους ανθρώπους», μας τόνισε ο επικεφαλής της έρευνας δρ. David Melzer, καθηγητής Eπιδημιολογίας και Δημόσιας Υγείας στο Peninsula Medical School.




Διεθνώς, οι επίσημοι οργανισμοί τροφίμων και φαρμάκων έχουν θεσπίσει όρια ασφαλείας για τις χημικές ­τοξικές ουσίες που «αντέχει» ο αρνθρώπινος οργανισμός. Ωστόσο, οι τελευταίες έρευνες δείχνουν ότι αυτά τα όρια είναι κατά πολύ υψηλότερα από αυτά που προκαλούν προβλήματα υγείας.

, οι Αμερικανοί που παρουσία­ζαν την υψηλότερη συγκέντρωση διφαινόλης Α στα ούρα τους εξετίθεντο κατά μέσο όρο σε 50 μικρογραμμάρια αυτής της χημικής ένωσης την ημέρα, ενώ εκείνοι με τη χαμηλότερη συγκέντρωση σε 10 μικρογραμμάρια την ημέρα. Οι πάσχοντες από διαβήτη εξετίθεντο κατά μέσο όρο σε 28 μικρο­γραμμάρια την ημέρα και εκείνοι με καρδιαγγειακά νοσήματα σε 35 μικρογραμμάρια την ημέρα, όπως μας είπε ο επιδημιολόγος δρ. David Melzer.

: Το θεσμοθετημένο όριο της διφαινόλης Α είναι τα 0,05 mg/κιλό σωματικού βάρους. Ένας άνθρωπος 65 κιλών, για παράδειγμα, «επιτρέπεται» να καταναλώνει έως 3.250 μικρογραμμάρια (3,25 mg) την ημέρα, ποσότητα θεαματικά υψηλότερη, δηλαδή, από αυτήν που ανιχνεύτηκε στα ούρα των Αμερικανών που συμμετείχαν στην έρευνα του NHANES. Ωστόσο, ο FDA επιμένει ότι τα επίπεδα «μετανάστευσης» διφαινόλης Α από τα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο είναι κάτω των ορίων που μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα υγείας.

Ο Καναδάς, πάντως, είναι η πρώτη χώρα που θα προχωρήσει στη μείωση της έκθεσης του πληθυσμού στη διφαινόλη Α, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των μωρών, δεδομένου ότι τα πειράματα (σε πειραματόζωα) έχουν δείξει ότι τα νεογνά είναι τα πιο ευαίσθητα στην έκθεσή τους στη διφαινόλη Α. Ήδη στην καναδική αγορά κυκλοφορούν πλαστικά μπιμπερό χωρίς διφαινόλη Α.






Το Γενικό Χημείο του Κράτους αναφέρει ότι, βάσει των σχετικών ελέγχων, το ποσοστό των εκτός ορίων πλαστικών προϊόντων δεν υπερβαίνει το 5% και συνήθως αφορά ακατάλληλα πλαστικά είδη εισαγόμενα από την Κίνα (π.χ. παιδικά κουταλάκια). Όσον αφορά τη διφαινόλη Α, το Γενικό Χημείο του Κράτους βεβαιώνει ότι έχει «σαρώσει» την ελληνική αγορά με ελέγχους σε μπιμπερό και κονσέρβες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ελέγχων, το επίπεδο διφαινόλης Α που λαμβάνουν τα βρέφη από πολυκαρβονικά μπιμπερό είναι της τάξεως των μικρογραμμαρίων, κάτω από τις θεωρούμενες ως ανεκτές ημερήσιες δόσεις, οι οποίες ωστόσο αμφισβητούνται από πολλούς επιστήμονες.

των χημικών ενώσεων τίθενται με βάση τοξικολογικά τεστ σε πειραματόζωα που εκτίθενται σε υψηλές δόσεις της εκάστοτε χημικής ουσίας. Στη συνέχεια, συνάγεται ποια είναι η πιθανή επίδραση της έκθεσης σε μικρές δόσεις για τον άνθρωπο. Πολλοί επιστήμονες, όμως, πιστεύουν ότι αυτός ο τρόπος καθορισμού των ορίων ασφαλείας δεν είναι επαρκής όσον αφορά τους «ενδοκρινικούς διαταράκτες», όπως η διφαινόλη Α και οι φθαλικές ενώσεις, δεδομένου ότι οι ουσίες αυτές διαταράσσουν την ενδοκρινική ισορροπία του οργανισμού ακόμη και σε εξαιρετικά χαμηλές δόσεις.






Οι «μεταναστεύσεις» διφαινόλης Α θεωρούνται αμελητέες, βάσει των σχετικών επίσημων ελέγχων. Yπάρχουν, όμως, ανεξάρτητες έρευνες, όπως αυτή του Environmental Working Group (Ουάσινγκτον, Μάρτιος 2007), που διαπίστωσαν σημαντικές διαρροές διφαινόλης Α σε κονσέρβες (στην αμερικανική αγορά) με ραβιόλια, κοτόσουπα, φρούτα και λαχανικά, και συστήνουν τη μειωμένη κατανάλωση τροφίμων από κονσέρβα.

Η «μετανάστευση» της διφαινόλης Α από αυτά τα πλαστικά σε θερμοκρασία δωματίου είναι αμελητέα. Αυξάνεται, όμως, εάν βάλουμε μέσα ζεστά τρόφιμα.

Οι επίσημοι φορείς, όπως ο FDA, η EFSA, αλλά και το Ελληνικό Γενικό Χημείο του Κράτους, αναφέρουν ότι από τα πλαστικά μπιμπερό η «μεταναστεύση» διφαινόλης Α είναι ελάχιστη. Από την άλλη μεριά, όμως, η πρώτη αμερικανοκαναδική ανεξάρτητη έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από ορισμένα πλαστικά μπιμπερό «μεταναστεύει» διφαινόλη Α της τάξεως των 5-8 ng/ml στους 80° C (0,0005 – 0,0008 μικρογραμμάρια/ml). Η ποσότητα είναι μεν ελάχιστη, αλλά μέσα στο εύρος που έχει φανεί ότι προκαλεί βλάβες σε πειραματόζωα. Συστήνουν, λοιπόν, τα γυάλινα μπουκάλια ή τα πλαστικά από πολυπροπυλένιο (με τον αριθμό 5 στο πλαίσιο με τα βελάκια της ανακύκλωσης, που μπορεί να υπάρχει στον πάτο του μπουκαλιού). Επίσης, συνιστούν να μη ρίχνουμε καυτό νερό ή γάλα στα πλαστικά μπιμπερό και να τα αφήνουμε να κρυώσουν μετά την αποστείρωση, προτού βάλουμε γάλα ή άλλο υγρό.






Στο πιάτο μας «μεταναστεύουν» οι χημικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή των πλαστικών και είναι γνωστές ως «πρόσθετα». Εκτός από τη διφαινόλη Α, για την οποία έγινε λόγος πρόσφατα, οι χημικές ενώσεις που «μεταναστεύουν» κατά κύριο λόγο στο πιάτο μας είναι οι πλαστικοποιητές, που αποτελούν το βασικό συστατικό πολλών εύκαμπτων πλαστικών, σε ποσοστό που φτάνει το 20% του βάρους τους. Επίσης, τα πλαστικά περιέχουν και άλλα πρόσθετα (σε σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά από τους πλαστικοποιητές), όπως σταθεροποιητές, αντιοξειδωτικά, χρωστικές, καθώς και κατάλοιπα του πολυμερισμού, τα οποία επίσης μπορούν να «μεταναστεύουν» στα συσκευασμένα τρόφι­μα. Η «μετανάστευση» των χημικών ουσιών δεν μπορεί να αποφευχθεί. Μπορεί μόνο να περιοριστεί, γι’ αυτό και η νομοθεσία θέτει «όρια μετανάστευσης» των χημικών ουσιών ανάλογα με την τοξικότητά τους.



Οι πλαστικοποιητές έχουν «χημική συγγένεια» με το λίπος των τροφών και «έλκονται» από αυτό. Περισσότεροι πλαστικοποιητές, για παράδειγμα, θα «μεταναστεύσουν» από μια μεμβράνη περιτυλίγματος που καλύπτει ένα κομμάτι τυρί πλήρες, συγκριτικά με ένα κομμάτι τυρί light (με λιγότερο λίπος). Αντιθέτως, τα μόρια του νερού αποτρέπουν τη «μετανάστευση» των χημικών ενώσεων, γι’ αυτό και στα τρόφιμα με μεγάλη περιεκτικότητα νερού (π.χ. στο γάλα, καθώς και στο ίδιο το νερό) δεν ευνοούνται οι «μεταναστεύσεις» χημικών ενώσεων.

Η θερμότητα αυξάνει την κινητικότητα των μορίων στο πλαστικό, ευνοώντας τη «μετανάστευση». Σε ένα κομμάτι σαλάμι ή χαλβά, για παράδειγμα, τυλιγμένο με μεμβράνη στο ψυγείο, παρατηρείται μικρότερη «μετανάστευση» χημικών ενώσεων από ό,τι εάν ήταν αφημένο στον πάγκο της κουζίνας. Επίσης, παρότι το νερό δεν είναι «φιλικό» με τους πλαστικοποιητές, εντούτοις, εάν ένα μπου­-κάλι με εμφιαλωμένο νερό εκτεθεί σε υψηλές θερμοκρασίες (π.χ. αν το ξεχάσουμε στο αυτοκίνητο στους 45° C), τότε η δομή του πλαστικού αλλοιώνεται και διευκολύνεται η «μετανάστευση» των ενώσεων.

Έχει παρατηρηθεί ότι στα υγρά τρόφιμα (π.χ. λάδι) «μεταναστεύουν» ευκολότερα οι χημικές ενώσεις, σε σχέση με τα στερεά. Επίσης, στα υγρά οι ενώσεις αναμειγνύονται ομοιόμορφα σε όλη τη μάζα τους, ενώ στα στερεά τρόφιμα «συσσωρεύονται» κυρίως στην επιφάνεια του τροφίμου και λιγότερο στο εσωτερικό του.

Όσο μεγαλύτερης πυκνότητας είναι το πλαστικό τόσο δυσκολότερα «μεταναστεύουν» χημικές ενώσεις από αυτό. Συνήθως, τα υψηλής πυκνότητας πλαστικά είναι σκληρά και δεν πιέζονται εύκολα με το χέρι. Σε σκληρές συσκευασίες PET, όπως αυτές των αναψυκτικών και του νερού, οι «μεταναστεύσεις» είναι χαμηλές, κάτω των ορίων ανίχνευσης. Από την άλλη μεριά, οι μαλακές μεμβράνες από PVC, όπως αυτές που τυλίγουν τα κοτόπουλα ή τα φρούτα, έχουν υψηλότερες «μεταναστεύσεις».

Τα όξινα τρόφιμα, π.χ. ο ντοματοχυμός, οι χυμοί φρούτων και τα γιαούρτια, έχουν μια «επιθετική» για το πλαστικό χημική δομή, που επιτρέπει τη μεγαλύτερη «μετανάστευση» χημικών ενώσεων.






Ο δρ. Χημείας και Τεχνολογίας Τροφίμων κ. Αντώνης Γούλας προτείνει ορισμένα μέτρα μείωσης της έκθεσης στις χημικές ουσίες των πλαστικών:

Να βάζετε στο φούρνο μικροκυμάτων μόνο τα σκεύη που είναι κατάλληλα για αυτή τη χρήση και φέρουν τη σχετική σήμανση.

Μη βάζετε ζεστό φαγητό σε πλαστικά δοχεία, πιάτα κλπ.

Αποφεύγετε να βάζετε πλαστικά σκεύη στο πλυντήριο πιάτων, καθώς έχει φανεί ότι αυξάνει τη φθορά των πλαστικών.

Αποφεύγετε τον καφέ και τα ζεστά ροφήματα σε πλαστικό κύπελλο.

Αποφεύγετε να περιτυλίγετε λιπαρά τρόφιμα (π.χ. τυρί) με εύκαμπτες μεμβράνες από PVC. Αν αυτό είναι απαραίτητο, χρησιμοποιήστε εύκαμπτες μεμβράνες με χαμηλά ποσοστά πλαστικοποιητή, όπως είναι οι μεμβράνες Saran (εμπορική ονομασία), που περιέχουν μόνο 5% πλαστικοποιητή.

Πριν καταναλώσετε λιπαρά τρόφιμα (τυρί, χαλβά κ.ά.) που είναι περιτυλιγμένα με εύκαμπτες μεμβράνες, καλό είναι να απομακρύνετε μια λεπτή φέτα γύρω από την επιφάνεια του τροφίμου.

Να προτιμάτε τις γυάλινες συσκευασίες. Το γυαλί είναι χημικά αδρανές, δεν επηρεάζεται από τη θερμοκρασία των τροφίμων και είναι το ασφαλέστερο υλικό συσκευασίας.

Αποφεύγετε να ξαναχρησιμοποιείτε τα πλαστικά μπουκάλια μίας χρήσης, π.χ. για να βάλετε μέσα νερό της βρύσης, λάδι, ξίδι, αλκοολούχα ποτά κλπ. Η σύσταση των υγρών αυτών (π.χ. το χλώριο του νερού της βρύσης, το λίπος του λαδιού, το οξύ του ξιδιού ή η αλκοόλη) μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη «μετανάστευση» χημικών ουσιών από το πλαστικό.

Πετάξτε τα πλαστικά που έχουν γδαρσίματα, έχουν θαμπώσει ή είναι αισθητά πιο μαλακά από ό,τι ήταν στην αρχή της χρήσης τους. Τέτοιες φθορές σημαίνουν ότι έχει αρχίσει η αποικοδόμηση του πλαστικού, γεγονός που προκαλεί μεγαλύτερη «μετανάστευση» χημικών ενώσεων.

Μην αφήνετε τα παιδιά να μασουλούν πλαστικά μικροαντικείμενα και παιχνίδια.






Σύμφωνα με τον Αμερικανικό και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA και EFSA), οι δόσεις των χημικών ουσιών που «μεταναστεύουν» από τα πλαστικά είναι εξαιρετικά χαμηλές και δεν γεννούν ανησυχία. Ωστόσο, δεδομένου ότι καθημερινά εκτιθέμεθα σε πολλές «μικρο-δόσεις» χημικών, τίθεται το ερώτημα πόσο ασφαλείς είμαστε από τη συνδυαστική τους δράση. Ρωτήσαμε τρεις ειδικούς, ας δούμε τι μας απάντησαν:

καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι στην Κολούμπια: «Οι συνδυασμοί των χημικών ουσιών στις οποίες εκτιθέμεθα γεννούν μεγάλη ανησυχία, αλλά δεν λαμβάνονται υπόψη από τις ρυθμιστικές αρχές. Ειδικά για τη διφαινόλη Α, το (αμερικανικό) Εθνικό Τοξικολογικό Πρόγραμμα έχει δηλώσει ότι τα μωρά ήδη εκτίθενται σε ανησυχητικές ποσότητες διφαινόλης Α, γεγονός που έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται ο FDA. Δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν υπάρχει νομοθεσία που να υποχρεώνει την αναγραφή των χημικών ενώσεων που υπάρχουν στα πλαστικά, οι καταναλωτές δεν γνωρίζουν πού βρίσκονται αυτά τα χημικά. Η βιομηχανία αντιμάχεται σθεναρά όσους ζητούν να γίνει υποχρεωτική αυτή η αναγραφή».


καθηγητής Επιδημιολογίας και Δημόσιας ­Υγείας του Peninsula Medical School: «Μια μεμονωμένη δόση διφαινόλης Α που εισέρχεται στον οργανισμό αποβάλλεται μέσα σε 24 ώρες. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εκτίθενται διαρκώς σε μικρές δόσεις. Εάν πράγματι η διφαινόλη Α συσχετίζεται με καρδιαγγειακά προβλήματα και διαβήτη, όπως αναφέρουμε στη μελέτη μας, τότε μάλλον δρα «στρεσάροντας» το ήπαρ. Αν και δεν υπάρχουν επιδημιολογικά δεδομένα για την Ευρώπη, εικάζεται ότι η έκθεση των κατοίκων του δυτικού κόσμου σε αυτό το χημικό είναι εκτεταμένη».


δρ. Χημείας και Τεχνολογίας Τροφίμων, μεταδι­δακτορικός ερευνητής στο Εργαστήριο Χημείας και Τεχνολογίας Τροφίμων του Πανεπιστη­μίου Ιωαννίνων:

«Οι χημικές ουσίες που περιέχονται στα πλαστικά έχουν μικρότερη ή μεγαλύτερη τοξική δράση, γεγονός που συνιστά ένα δυνητικό κίνδυνο για την υγεία. Οι χημικές ενώσεις δρουν αθροιστικά, δηλαδή όσο περισσότερο εκτίθεται κάποιος σε αυτές τόσο περισσότερο συσσωρεύονται στον οργανισμό του, και έτσι αυξάνεται ο κίνδυνος για την υγεία. Βέβαια, η απειλή εξαρτάται και από την ευαισθησία κάθε οργανισμού. Το ιδανικό θα ήταν να μην υπάρχουν αυτές οι χημικές ενώσεις, όμως αυτό δεν είναι ρεαλιστικό. Τα χημικά πρόσθετα είναι απαραίτητα, γιατί προσδίδουν στα πλαστικά τις απαιτούμενες για κάθε εφαρμογή ιδιότητες (ευκαμψία, μηχανική αντοχή κ.ά.) και συνεισφέρουν στο να διατηρήσουν τις επιθυμητές αυτές ιδιότητες για επαρκές χρονικό διάστημα, τουλάχιστον όσο θα βρίσκονται σε επαφή με τα συσκευασμένα τρόφιμα. Γι’ αυτό και έχουν θεσπιστεί αυστηρά όρια ασφαλείας για την προστασία των καταναλωτών».






•Baby’s toxic bottle, Bisphenol A Leaching from Popular Baby Bottles, by the Work Group for Safe Markets, a coalition of U.S. public health and environmental NGO’s.

•Migration of di(2-ethylhexyl)adipate plasticizer from food-grade polyvinyl chloride film into hard and soft cheeses, Goulas A., Anifantaki K., Kolioulis D., Kontominas M., Journal of Dairy Science, 83: 1712-1718, 2000.

•Migration of di(2-ethylhexyl)adipate and acetyltributyl citrate plasticizers from food-grade PVC film into sweetened sesame paste (halawa tehineh): Kinetic and penetration study, Goulas A., Zygoura P., Karatapanis A., Georgantelis D., Kontominas M., Food and Chemical Toxicology, 45: 585-591, 2007.

• www.chemical­substanceschimiques.gc.ca/faq/bisphenol_a_qa-qr_e. html#6 •www. babystoxicbottle.org




Ευχαριστούμε για τη συνεργασία τον δρ. Frederick vom Saal, καθηγητή Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι στην Κολούμπια, τον David Melzer, Μ.Β., B.Ch., καθηγητή Επιδημιολογίας και Δημόσιας Υγείας του Peninsula Medical School, και τον κ. Αντώνη Γούλα, δρ. Χημείας και Τεχνολογίας Τροφίμων, μεταδιδακτορικό ερευνητή στο Εργαστήριο Χημείας και Τεχνολογίας Τροφίμων του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.