Ερευνητές από το Cambridge ανακάλυψαν ότι νεαρά αγόρια με αυξημένα τα επίπεδα της ορμόνης του στρες, κορτιζόλης και με αναφορές ότι αισθάνονται άσχημα, μόνα τους ή χωρίς αγάπη είναι 14 φορές πιο πιθανό να εμφανίσουν κατάθλιψη από ότι άλλα, χωρίς κανένα τέτοιο χαρακτηριστικό. Αυτά τα ευρήματα είναι η πρώτη απόδειξη ύπαρξης ενός βιολογικού δείκτη που μπορεί να προβλέψει την πιθανότητα κατάθλιψης.

Η μείζονα κατάθλιψη είναι μία σοβαρή ασθένεια, διαφορετική από το να αισθάνεται κάποιος λίγο στεναχωρημένος ή να νοιώθει ότι η διάθεσή του είναι στα “κάτω” της. Θα επηρεάσει τον 1 στους 6 από εμάς κάποια στιγμή της ζωής μας και γίνεται αντιληπτή εξαιτίας των συμπτωμάτων της. Όταν έχουμε κατάθλιψη η στεναχώρια μας φαίνεται να διαρκεί υπερβολικά και να είναι καθημερινή, η ένταση των συναισθημάτων είναι ανυπόφορη, δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στην καθημερινότητά μας, δεν νοιώθουμε ικανοποίηση από τίποτε, έχουμε προβλήματα με την όρεξη και τον ύπνο μας, είμαστε συνέχεια κουρασμένοι και δυσκολευόμαστε να συγκεντρωθούμε.

Η εν λόγω ερευνητική ομάδα μέτρησε τη συγκέντρωση της κορτιζόλης στο σάλιο 2000 νέων αγοριών (ηλικίας 12 ως 19 ετών) τους έθεσε ένα ερωτηματολόγιο σε σχέση με την εμπειρία τους με την κατάθλιψη και τους επανεκτίμησαν 12 μήνες και 3 χρόνια αργότερα. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academies of Sciences και έδειξαν ότι τα αγόρια με ανεβασμένα τα επίπεδα της κορτιζόλης το πρωί και με συμπτώματα κατάθλιψης ήταν 14 φορές πιο πιθανό να αναπτύξουν μείζονα κατάθλιψη από ότι όσα είχαν φυσιολογικά επίπεδα κορτιζόλης και μειωμένα καταθλιπτικά συμπτώματα.

Στα κορίτσια δεν φάνηκε να υπάρχει τέτοια συσχέτιση, καθώς εμπλέκονται και οι διαφορές του φύλου όσον αφορά στην εκδήλωση της κατάθλιψης.