Πάνω από 26 εκατομμύρια άτομα στον κόσμο έχουν καρδιακή ανεπάρκεια. Όμως με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και τις οδηγίες του γιατρού μπορούν να έχουν μια καλή ποιότητα ζωής για πολλά χρόνια.

Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί τη συχνότερη αιτία νοσηλείας σε καρδιολογική κλινική, αλλά και την κύρια αιτία απώλειας της ποιότητας ζωής. Εμφανίζεται στο 1% των ατόμων κάτω των 65 ετών περίπου, ενώ αυξάνει προοδευτικά στο 7% στα άτομα 75 – 84 ετών και στο 15% σε άτομα άνω των 85 ετών.

Η νόσος αυτή είναι συνήθως η τελική κατάληξη όλων των άλλων καρδιαγγειακών νοσημάτων, δηλαδή της παραμελημένης αρτηριακής υπέρτασης, της μη ελεγμένης χρόνιας αρρυθμίας, της στεφανιαίας νόσου, του σακχαρώδη διαβήτη, παθήσεων των νεφρών, των πνευμόνων και του θυρεοειδούς αδένα. Σπανιότερα, μπορεί να προκληθεί από φλεγμονές του καρδιακού μυός και κληρονομικά νοσήματα.

Οφείλεται στην αδυναμία της καρδιάς να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του οργανισμού, δηλαδή να στείλει το αίμα στα όργανα για την θρέψη και λειτουργία τους. Επειδή το αίμα και το οξυγόνο δεν φτάνουν για να θρέψουν τους μυς και τα όργανα του σώματος, οι μύες κουράζονται, οπότε ο ασθενής αισθάνεται εύκολα κουρασμένος.

Παράλληλα, δεν επιστρέφει αρκετό αίμα στην καρδιά, επειδή η αδύναμη καρδιά δεν μπορεί να το τραβήξει πίσω. Το αίμα που δεν μπορεί να γυρίσει πίσω μαζεύεται στις φλέβες, αυξάνεται η πίεση μέσα σε αυτές, οπότε αρχίζουν να βγαίνουν υγρά στους γύρω ιστούς, κυρίως στα πόδια (οιδήματα- πρήξιμο) και την κοιλιά.

Καρδιακή ανεπάρκεια – συχνά αναστρέψιμη – μπορεί να προκληθεί και από τη χορήγηση ογκολογικής θεραπείας (χημειοθεραπευτικά/ακτινοβολίες), εφόσον δοθεί έγκαιρα η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή σε μια στενή συνεργασία ογκολόγου με καρδιολόγο.

Η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία παρουσιάζει όλα τα νεότερα δεδομένα για την καρδιακή ανεπάρκεια με αφορμή την πανευρωπαϊκή εβδομάδα αφύπνισης για την καρδιακή ανεπάρκεια από τις 2-8 Μαΐου 2022.

Η διάγνωση

Η διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας γίνεται από τον γιατρό με το ιστορικό και την φυσική εξέταση, ενώ η επιβεβαίωση από παρακλινικές εξετάσεις όπως ηλεκτροκαρδιογράφημα, υπερηχοκαρδιογράφημα, ακτινογραφία θώρακα, στεφανιογραφία, μαγνητική τομογραφία καρδιάς και ειδικότερες εξετάσεις αναπνευστικής λειτουργίας εφ’ όσον κριθούν απαραίτητες. O βιοχημικός και αιματολογικός έλεγχος μπορεί να αναδείξει παθογόνες καταστάσεις που συμβάλλουν στην εμφάνιση της καρδιακής ανεπάρκειας, ενώ η μέτρηση ειδικών πεπτιδίων στο αίμα βοηθά στον αποκλεισμό καρδιολογικής αιτιολογίας των συμπτωμάτων και σημείων. 

Η ηλικία

Η καρδιακή ανεπάρκεια ευτυχώς δεν είναι συχνή σε μικρές ηλικίες. Η μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης της είναι σε ηλικίες άνω των 65 ετών, καθώς η στεφανιαία νόσος που αποτελεί και την κύρια αιτία της εκφράζεται σε μεγαλύτερες ηλικίες. Η συχνότητα της είναι περίπου 1% στα άτομα κάτω των 65 ετών, και αυξάνει προοδευτικά στο 7% σε άτομα 75 έως 84 ετών και στο 15% σε άτομα άνω των 85 ετών.

Σε νεαρούς ενήλικες το κύριο αίτιο καρδιακής ανεπάρκειας είναι οι συγγενείς καρδιοπάθειες που αποτελούν δομικές παθήσεις της καρδιάς από την γέννηση και οι μυοκαρδίτιδες που αποτελούν φλεγμονώδη προσβολή της καρδιάς από ιούς. Στην περίπτωση της μυοκαρδίτιδας η εμφάνιση καρδιακής ανεπάρκειας δύναται να συνοδεύει λιγότερο από το ένα τρίτο των περιπτώσεων και σε μεγάλο ποσοστό είναι αναστρέψιμη.

Γένους θηλυκού

Τα συμπτώματα δεν διαφοροποιούνται μεταξύ των φύλων. Όμως, οι γυναίκες εκδηλώνουν καρδιαγγειακά νοσήματα και καρδιακή ανεπάρκεια σε μεγαλύτερη ηλικία από αυτή των ανδρών. Έτσι, εμφανίζουν και περισσότερα συνοδά νοσήματα όπως σακχαρώδης διαβήτης, αρτηριακή υπέρταση, κολπική μαρμαρυγή.  Για το λόγο αυτό, μπορεί να εκδηλώσουν πιο προχωρημένη μορφή καρδιακής ανεπάρκειας. Οι γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας επίσης εμφανίζουν συχνότερα από τους άνδρες σημεία και συμπτώματα δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας, όπως οιδήματα κάτω άκρων και πλευριτικές συλλογές.

Αντιμετώπιση

Η θεραπεία της έγκειται στην θεραπεία της πρωταρχικής νόσου, κυρίως όταν η καρδιακή ανεπάρκεια είναι σε αρχικά στάδια, δηλαδή της αρτηριακής υπέρτασης, παχυσαρκίας, στεφανιαίας νόσου, βαλβιδικής νόσου.

Ανάλογα με το στάδιο και τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας τροποποιείται η χορηγούμενη αγωγή, από τα βασικά φάρμακα που βελτιώνουν την καρδιακή λειτουργία όπως οι αναστολείς του άξονα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, οι β αποκλειστές και νεότερα ανάλογα και τα διουρητικά για την ανακούφιση των συμπτωμάτων από την κατακράτηση υγρών, έως την αντιμετώπιση του κινδύνου πρώιμου αρρυθμιολογικού θανάτου με τοποθέτηση ειδικού βηματοδότη-απινιδωτή και την μεταμόσχευση καρδιάς ή την τοποθέτηση συσκευών υποβοήθησης του έργου της καρδιάς στα προχωρημένα στάδια.

Η διατροφή, η ψυχολογική υποστήριξη και η συμμετοχή σε προγράμματα αποκατάστασης  που περιλαμβάνουν άσκηση και διαιτητική συμβουλευτική είναι απαραίτητη για τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια αλλά και τους οικείους τους. Στόχος είναι η ενημέρωση των ασθενών ώστε να γίνουν οι ίδιοι ικανοί να διαχειρίζονται τη νόσο τους, να προλαμβάνουν υποτροπές και να διατηρούν καλή ποιότητα ζωής στον χώρο τους. Ιδιαίτερα η διατροφή των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια προκαλεί «πονοκέφαλο» στους θεράποντες, μια και οι ασθενείς ενδέχεται να εμφανίζουν πρόωρο αίσθημα κορεσμού και κατά συνέπεια μειωμένο αίσθημα πείνας, εξαιτίας αλλαγών στη γεύση, ενοχλημάτων ναυτίας, δύσπνοιας ή λόγω της ανορεκτικής δράσης διαφόρων βιολογικών παραγόντων που είναι ιδιαίτερα αυξημένοι στον οργανισμό τους εξαιτίας της νόσου.

Επιπλέον, οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια λαμβάνουν μεγάλο αριθμό φαρμάκων, που από μόνη της είναι μια κατάσταση που επηρεάζει τις διατροφικές τους συνήθειες.

Ο περιορισμός του νατρίου  (όχι περισσότερο από 2 γρ. ημερησίως) και η πρόσληψη καλίου στη διατροφή (όταν δεν συνυπάρχει νεφρική ανεπάρκεια) αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο στις διατροφικές συστάσεις ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια και είναι από τις πιο συχνές, μη φαρμακολογικές προσεγγίσεις.

Είναι σημαντικό, οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια να συνηθίζουν να διαβάζουν τις ετικέτες των τροφίμων και να γνωρίζουν πόσο νάτριο, κάλιο και άλλα θρεπτικά συστατικά περιέχουν τα τρόφιμα που καταναλώνουν.

Η αντιμετώπιση της καχεξίας που συνοδεύει τα προχωρημένα στάδια καρδιακής ανεπάρκειας αντιμετωπίζεται με μέτρηση των αναγκών σε λεύκωμα και ισοζυγισμένη δίαιτα.

Σχετικά με την πρόσληψη λίπους, πρέπει να γίνεται με σύνεση (περίπου το 30% της καθημερινής προσλαμβανόμενης ενέργειας) και να είναι ιδιαίτερα περιορισμένη η «κακή» μορφή του λίπους, δηλαδή το κορεσμένο. Αντιθέτως, όπως σε κάθε άνθρωπο έτσι και στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια προάγεται η πρόσληψη φυτικών ινών σε ημερήσια βάση (περίπου 25-35 γρ.), ενώ το προσλαμβανόμενο νερό μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί σε ασθενείς με σοβαρή υπονατριαιμία (νάτριο<130 mEq/L).

Πρόληψη

Η πιο σημαντική θεραπεία είναι η πρόληψη. Στόχος της καρδιολογικής κλινικής πράξης είναι η εφαρμογή προγραμμάτων προληπτικής ιατρικής για την εκτίμηση, σχεδιασμό και μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Γνωρίζουμε πια ότι η αθηροσκλήρωση αν ακολουθούνται κακές συνήθεις καθημερινού τρόπου ζωής ξεκινά από τη νεαρή ηλικία και εξελίσσεται σιωπηρά για δεκαετίες. Τα συμπτώματα  συνήθως εμφανίζονται γύρω στην 5η – 6η δεκαετία της ζωής ή και νωρίτερα.

Όμως γνωρίζουμε επίσης πως δεν είναι αναπόφευκτη σε περιπτώσεις στεφανιαίας νόσου, σακχαρώδους διαβήτη και αρτηριακής υπέρτασης. Στην πραγματικότητα, είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων συνηθειών ζωής, οι οποίες αν υποστούν αλλαγή ή τροποποίηση η νόσος μπορεί να προληφθεί ή έστω να ανακοπεί η πορεία της. Τα μετρήσιμα μεγέθη, οι παράγοντες κινδύνου δηλαδή, είναι σημαντικοί γιατί αποτελούν στόχο θεραπευτικών παρεμβάσεων.

Η διατήρηση της υγείας της καρδιάς μας είναι αναγκαία για να έχουμε καλή ποιότητα ζωής ανεξάρτητα από την ηλικίας και το φύλο μας. Ο έλεγχος των βασικότερων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, επιλέγοντας μια υγιεινή δίαιτα, αποφεύγοντας το κάπνισμα και ακολουθώντας φυσική άσκηση προλαμβάνει την εμφάνιση καρδιακών και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και βοηθά στην επιβράδυνση της γήρανσης της καρδιάς μας.

Οπότε προσέχουμε:

  • Το σωματικό βάρος και ιδίως την κεντρική παχυσαρκία
  • Την περιφέρεια μέσης να είναι κάτω από 88 εκ. στις γυναίκες και κάτω από 102 στους άνδρες
  • Τήρηση ισορροπημένης δίαιτας
  • Άσκηση σύμφωνα με τις οδηγίες του ιατρού
  • Δίαιτα ισοζυγισμένη σε λεύκωμα και ηλεκτρολύτες
  • Τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής ανάλογα με τις οδηγίες του γιατρού
  • Προσοχή στην κατανάλωση άλατος και στις ετικέτες τροφίμων

Τηλεϊατρική

Η συχνή παρακολούθηση των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια είναι αναγκαία για την βελτίωση της ποιότητας ζωής, την μείωση των επαναλαμβανόμενων νοσηλειών και της θνητότητας. Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια τελικού σταδίου παρουσιάζουν πολύ συχνές νοσηλείες, οπότε, σημαντικό μέλημα των γιατρών είναι η διατήρηση των ασθενών στα αρχικά στάδια της νόσου, όπου τα συμπτώματα είναι ήπια και η ποιότητα ζωής παραμένει καλή.

Η σωστή παρακολούθηση του ασθενούς σημαίνει καταγραφή των συμπτωμάτων και του κλινικού του σταδίου, συνεχή υπενθύμιση τήρησης υγιεινής δίαιτας, επιτήρηση του σωματικού βάρους, της καρδιακής πίεσης και συχνότητας και τιτλοποίηση της φαρμακευτικής αγωγής στις μέγιστες ανεκτές δόσεις που αποδεδειγμένα βελτιώνουν και επιμηκύνουν την ζωή. Στις περιπτώσεις απομακρυσμένης πρόσβασης, η εφαρμογή προγραμμάτων τηλεϊατρικής μπορεί να συμβάλλουν στη διαχείριση των δεδομένων, αλλά και να παρακολουθούν την πορεία του ασθενή με βηματοδότη ή με αρρυθμίες, για άμεση παρέμβαση και χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας.

«Δύσκολα» συμπτώματα

Τα κύρια συμπτώματα που θα πρέπει να ενεργοποιήσουν κάποιον για διερεύνηση της καρδιακής λειτουργία, είναι η δύσπνοια αρχικά στην έντονη προσπάθεια και στη συνέχεια στην καθημερινή δραστηριότητα, στην ηρεμία και στην κατάκλιση, η απότομη αύξηση σωματικού βάρους με εμφάνιση πρηξίματος στα πόδια, η εύκολη κόπωση ακόμα και σε συνήθεις δραστηριότητες, η εμφάνιση αρρυθμιών, επεισοδίων ζάλης και πόνου στο στήθος (στηθάγχης). Όλα τα παραπάνω αποτελούν  συμπτώματα που πρέπει να οδηγήσουν στον καρδιολόγο. Σε περίπτωση ογκολογικής αγωγής, τότε χρειάζεται τακτικότερη καρδιολογική παρακολούθηση, για την ασφαλή ολοκλήρωση της θεραπείας και την αποφυγή μακροχρόνιων προβλημάτων.

Ευπαθής ομάδα για την πανδημία

Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ιδίως με σωστή τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής αποτελούν Ομάδα Υψηλού κινδύνου σε περίπτωση προσβολής από τον ιό. Αυτό οφείλεται ότι η καρδιακή ανεπάρκεια προκαλεί ενεργοποίηση νευροορμονικών ουσιών, που χρησιμοποιεί ως όχημα ο ιός στην προσβολή του οργανισμού μας. Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να φέρει σε καλή ισορροπία την νευροορμονική αυτή διέγερση, εξασφαλίζοντας καλό λειτουργικό στάδιο και ποιότητα ζωής στους ασθενείς. Γι’ αυτό με βάση τα μέχρι τώρα επιστημονικά δεδομένα δεν συνιστάται διακοπή της αγωγής για την καρδιακή ανεπάρκεια, αλλά παρακολούθηση του σωματικού βάρους και των συμπτωμάτων που δείχνουν απορρύθμιση, όπως δύσπνοια,  ευκολότερη κόπωση, οιδήματα και δυσκολία κατάκλισης. Δεν πρέπει να διακόπτεται η αγωγή με αναστολείς του συστήματος ρενίνης – αγγειοτασίνης – αλδοστερόνης ή τα σύνθετα όπως σακουμπιτρίλη – βαλσαρτάνη γιατί είναι τα μόνα φάρμακα, όπως και οι β-αποκλειστές  που αποδεδειγμένα μειώνουν τη θνητότητα των ασθενών αυτών.

Τι χρειάζεται προσοχή

Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να:

  • Ακολουθούν τις ιατρικές οδηγίες
  • Προσέχουν το σωματικό τους βάρος με καθημερινή ζύγιση
  • Διακόψουν το κάπνισμα
  • Ελέγχουν την αρτηριακή τους πίεση
  • Προσέχουν το αλάτι στο φαγητό (ελέγχουμε τις ετικέτες τροφίμων)
  • Τρώνε υγιεινά
  • Περιορίσουν καφέ και αλκοόλ
  • Γυμνάζονται σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες
  • Ξεκουράζονται αρκετά
  • Να μην παραλείπουν τον ετήσιο αντιγριπικό εμβολιασμό
  • Ενημερώνουν τις υπηρεσίες ελέγχου που χρησιμοποιούν ανιχνευτές μετάλλων εάν έχουν εμφυτευμένο βηματοδότη ή απινιδωτή
  • Σε μακρύ ταξίδι να κινητοποιούνται συχνά (περπάτημα), να φορούν ειδικές ελαστικές κάλτσες ή και να παίρνουν αντιπηκτική αγωγή που θα συστηθεί από τον γιατρό.
Ακολουθήστε το στο Google News