Την είδαμε στην τηλεόραση του MEGA όταν έκανε τα πρώτα της βήματα. Φέτος επιστρέφει στο μεγάλο, αγαπημένο κανάλι με τη νέα ευρηματική κωμωδία των Ρέππα – Παπαθανασίου «Μαίρη, Μαίρη, Μαίρη». Η Βάσω φωτογραφίζεται για το «Vita», μιλάει για τον ρόλο της και όλα τα απρόοπτα που θα της συμβούν στη νέα σειρά και ξεδιπλώνει με ενσυναίσθηση και χιούμορ τις σκέψεις της, τις ανησυχίες της. Απολαύστε όσα μοιράστηκε μαζί μας για τη ζωή και την καθημερινότητά της.

Ευτυχισμένα παιδικά χρόνια; Ωραίες αναμνήσεις; Ησυχη ζωή;

«Πολύ ευτυχισμένα χρόνια. Χρόνια χαλαρά στη Θεσσαλονίκη. Με τη μαμά, τον μπαμπά, αλλά και με τις γιαγιάδες και τους παππούδες. Εμεναν και αυτοί πολύ κοντά. Εζησα τα χρόνια που τα παιδιά μεγάλωναν με τη γιαγιά γιατί η μαμά δούλευε. Ωραίες οικογενειακές στιγμές. Και πολύ παιχνίδι στη γειτονιά».

Οι γονείς σου πώς ήταν; Υπήρχαν πράγματα που σου έδωσαν τα οποία σε βοήθησαν στη ζωή σου και κάποια που τα κουβαλάς και δυσκολεύεσαι ακόμα;

«Ναι, φυσικά όλα αυτά τα ωραία που λέμε στον ψυχολόγο μας. Πήρα και θετικές και αρνητικές εμπειρίες. Γενικότερα, οι γονείς μου ήταν πολύ ήρεμοι άνθρωποι, δεν είχαμε εντάσεις ή συγκρούσεις γενεών».

Τώρα σε καμαρώνουν; Τι σου λένε;

«Ναι, είναι περήφανοι για μένα. Χαίρονται, αλλά δεν το εκδηλώνουν με υπερβολές. Δεν ταράζονται με τη δημοσιότητα, δεν τους απασχολεί καν, δεν τους αρέσει. Είναι πολύ χαλαροί οι Βορειοελλαδίτες. Τώρα πια τους έχω εδώ μαζί μου στην Αθήνα».

Πότε κατάλαβες ότι θέλεις να ασχοληθείς με την υποκριτική;

«Ξαφνικά. Αποφάσισα στην Τρίτη Λυκείου ότι δεν με ενδιαφέρει να δώσω Πανελλήνιες. Ηθελα να δώσω εξετάσεις στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και αυτό έκανα».

Και μετά, όταν τελείωσες τα πράγματα ήρθαν όπως τα ήθελες;

«Εγώ δεν ήθελα ποτέ να κατέβω στην Αθήνα, ούτε σκεφτόμουν τότε να δουλέψω στην τηλεόραση, γιατί εκείνα τα χρόνια τα πράγματα στη Θεσσαλονίκη στον χώρο αυτόν ήταν συντηρητικά και πιο αυστηρά, δεν μας άφηναν να παίρνουμε μέρος ούτε καν στις παραστάσεις, κάτι που δεν συνέβαινε στην Αθήνα. Εκεί ήμασταν μαθητές 16 ώρες σε μια σχολή που ονειρευόμασταν ότι μετά θα κάναμε θέατρο.

Τότε δεν συνειδητοποιούσαμε, ούτε σκεφτόμασταν τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν καθώς στη Θεσσαλονίκη είναι πολύ περιορισμένα τα πράγματα, λίγες οι θέσεις, δεν υπάρχουν πολλές προοπτικές.

Ωστόσο, δούλεψα εκεί στο παιδικό θέατρο και σε πειραματικές σκηνές για δύο χρόνια. Παράλληλα έκανα και άλλες δουλειές, δούλευα και ως σερβιτόρα και ως πωλήτρια, και σε μια γκαρνταρόμπα γιατί τα λεφτά δεν έφταναν. Ωσπου κάποια στιγμή μια φίλη μου με έπεισε να στείλω βιογραφικά στην Αθήνα. Τα έστειλα, με πήραν τηλέφωνο, μου ζήτησαν να πάω στην Αθήνα, αλλά εγώ δεν κατέβηκα.

Δεν ξέρω για ποιον λόγο, ακόμα αναρωτιέμαι. Ισως ήταν ο φόβος να αφήσω τη Θεσσαλονίκη, ίσως η επιθυμία και η πεποίθηση ότι… σαν την Χαλκιδική δεν έχει. Νομίζουμε ότι η Θεσσαλονίκη είναι το κέντρο του κόσμου, το έχουμε αυτό εμείς οι Βορειοελλαδίτες και οι Θεσσαλονικείς. Και έτσι για όλους αυτούς τους λόγους άργησα λίγο να πάρω την απόφαση να κατέβω στην Αθήνα.

Συγκεκριμένα, τελείωσα τη σχολή το 2002 και ήρθα στην Αθήνα δοκιμαστικά το 2005, που πήρα μέρος στο καθημερινό τότε σίριαλ του MEGA “Φιλοδοξίες” και μετά το 2006 και 2007 έκανα κάποια γκεστ σε άλλες σειρές, ώσπου κάποια στιγμή για τις ανάγκες μιας άλλης σειράς εγκαταστάθηκα μόνιμα στην Αθήνα. Αλλά μέχρι τότε δεν το αποφάσιζα, επέστρεφα πάντα στη Θεσσαλονίκη.

Στην αρχή δεν μου άρεσε η Αθήνα, με τρόμαζε, δεν είχα φίλους, ήμουν εντελώς μόνη μου, τα λεφτά ήταν λίγα και ζοριζόμουν, δεν ήξερα τις περιοχές, χανόμουν. Ενιωθα ότι με “καταπίνουν” οι δρόμοι, δεν μπορούσα να συνεννοηθώ ούτε για να φάω. Υπήρχαν διάφορα προβλήματα. Στην πορεία βέβαια, όλα αυτά άλλαξαν».

Επιστρέφεις ξανά στο MEGA με τη νέα σειρά «Μαίρη, Μαίρη, Μαίρη». Πώς έγινε η επαφή;

«Με τον Μιχάλη Ρέππα και τον Θανάση Παπαθανασίου γνωριζόμαστε προσωπικά. Πάντα μάλιστα με άλλους συναδέλφους λέγαμε πότε θα επιστρέψουν στην τηλεόραση και ανυπομονούσαμε για αυτό.

Ετσι όταν επέστρεψαν πέρυσι στο MEGA με τους “Συμπέθερους απ’ τα Τίρανα” ελπίζαμε κάποια στιγμή να δουλέψουμε μαζί τους σε κάποια από τις επόμενες δουλειές τους. Οταν λοιπόν έμαθα ότι ετοίμαζαν μια νέα σειρά μιλήσαμε, μου είπαν ότι η μία Μαίρη από τις τρεις μού ταιριάζει πολύ και έτσι πολύ φιλικά και χαλαρά το συναποφασίσαμε».

Σύστησέ μας λοιπόν τη Μαίρη…

«Η Μαίρη είναι μια γυναίκα κοντά στα 40. Είναι 7 χρόνια παντρεμένη με τον Γιώργο κι έχουν ένα παιδάκι 5 ετών, τον Χρήστο. Είναι μια καθημερινή γυναίκα που έχει την καριέρα της, δουλεύει πολλές ώρες, είναι δικηγόρος, είναι ευκατάστατη οικονομικά.

Είναι ταυτόχρονα σύζυγος, ερωμένη, μάνα, νοικοκυρά. Πρέπει να κάνει όλα αυτά που καλείται να κάνει μια γυναίκα γύρω στα 40 και να είναι μέσα σε όλα. Εχει τις ανησυχίες με το άνδρα της, με την πεθερά της, με τη μαμά της, με το παιδί της. Προσπαθεί να αναζωογονήσει τον γάμο της γιατί καταλαβαίνει ότι μετά από 7 χρόνια τα πράγματα δεν είναι όπως ήταν στην αρχή…».

Τι σχέση έχει με τις άλλες συνονόματές της στη σειρά;

«Το μόνο κοινό που έχουν είναι το όνομά τους. Οι ηρωίδες της σειράς δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Δεν συναντιούνται ποτέ. Είναι τρεις παράλληλες ζωές γυναικών που ανήκουν η καθεμία σε μια διαφορετική δεκαετία, δεν έχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, η μία ανήκει στη δεκαετία των 30, η άλλη των 40 και η τρίτη των 50. Και βλέπουμε ότι η μία είναι αυτή που προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή της.

Η άλλη έχει τη ζωή που ήθελε αλλά έχει και προβλήματα γιατί ποτέ δεν είναι όλα τέλεια.

Και η τρίτη είναι πολλά χρόνια παντρεμένη και ταυτόχρονα και αυτή αντιμέτωπη με διάφορα προβλήματα. Το “Μαίρη, Μαίρη, Μαίρη” είναι μια σειρά ανάλαφρη, πολύ ευχάριστη, φρέσκια, γρήγορη, δεν κουράζει. Παρουσιάζει μια καθημερινότητα που τη ζούμε όλοι, δοσμένη από την αστεία της πλευρά».

Πώς είναι να συνεργάζεσαι με αυτό το δυνατό δίδυμο Ρέππα – Παπαθανασίου;

«Ο Θανάσης και ο Μιχάλης, πέραν του ότι είναι μορφωμένοι άνθρωποι, έχουν ωραίο λόγο και άποψη που είτε συμφωνείς με αυτή είτε διαφωνείς οι συζητήσεις μαζί τους είναι απολαυστικές, έχουν ταυτόχρονα κι ένα χάρισμα.

Πάντα δημιουργούν παρέες στη δουλειά τους. Παρέες που περνάνε καλά και δουλεύουν αρμονικά. Και έτσι όταν δουλεύεις με τον Θανάση και τον Μιχάλη μπαίνεις κι εσύ σε μια μεγάλη παρέα.

Και όλοι μαζί προσπαθούμε να βγάλουμε το καλύτερο αποτέλεσμα. Είναι λοιπόν ευτυχής συγκυρία που συνεργάζομαι μαζί τους. Δεν είναι κουραστικοί στις πρόβες, δεν ταλαιπωρούν τους ηθοποιούς, τους αγαπούν, τους έχουν πολύ προστατευμένους. Ο,τι θέμα δημιουργηθεί ξέρουμε ότι μπορούμε να απευθυνθούμε σε αυτούς. Είναι πολύ ανοιχτοί στις συζητήσεις. Το κλίμα είναι πολύ καλό και ευχάριστο όχι μόνο γιατί γελάς και περνάς καλά με τα κείμενά τους, αλλά και γιατί είμαστε όλοι μια παρέα».

Ικανοποίηση να κάνεις αυτό που αγαπάς;

«Εννοείται. Φοβερή ικανοποίηση και χαρά γιατί ακόμα και όταν είμαι κουρασμένη ή θυμωμένη είναι μια δουλειά που τη διάλεξα και την αγαπώ. Δεν με ζόρισε κανείς για να την κάνω. Την έχω φτάσει σε ένα επίπεδο πολύ καλό για να μπορώ να ζω ικανοποιητικά και να βιοπορίζομαι από αυτή. Το να εισπράττεις επίσης και την αγάπη του κόσμου είναι και αυτό πολύ σημαντικό».

Η ρουτίνα σου μια μέρα χωρίς γύρισμα;

«Συνήθως όταν δεν έχω γύρισμα κάπου θα τρέχω να καλύψω κανένα κενό, πηγαινοφέρνω την Εύα ρυθμική, πιάνο, χορωδία. Ασχολούμαι με το σπίτι. Τα καθημερινά δηλαδή».

Με σύζυγο σεφ και μάλιστα από την Κρήτη, ποιος κυριαρχεί στην κουζίνα;

«Τον χειμώνα αφήνω τον Λευτέρη να κάνει τα δικά του στην κουζίνα επειδή του αρέσει πολύ, αλλά και γιατί εγώ δουλεύω. Ο Λευτέρης είναι ένας άνθρωπος που αν δεν ταΐζει τον κόσμο γύρω του πιστεύω θα είναι δυστυχισμένος.

Θέλει όλοι οι άνθρωποι που είναι γύρω του να τρώνε. Μας φτιάχνει δυο-τρία φαγητά, ταυτόχρονα μαγειρεύει και η μαμά μου κάτι άλλο, οπότε τρώμε όλη την ημέρα στο σπίτι μας. Ποτέ δεν λείπει το φαγητό».

Ως μαμά, πού δίνεις περισσότερη έμφαση στην ανατροφή του παιδιού σου;

«Τα πρώτα χρόνια ήμουν πολύ σχολαστική με το πρόγραμμα του ύπνου, της τροφής, του μπάνιου, κ.λπ. και μπορώ να πω ότι η ρουτίνα ενός σταθερού προγράμματος βοήθησε αρκετά την Εύα.

Ηταν ένα παιδί που πάντα έτρωγε και κοιμόταν χωρίς δυσκολία. Από αυτό ξεφεύγαμε μόνο το καλοκαίρι και κυρίως στην Κρήτη. Δηλαδή, η Κρήτη είναι το λούνα παρκ, όταν όμως μπούμε στο πλοίο ή στο αεροπλάνο της επιστροφής αφήνουμε τα πάντα πίσω μας και ξαναμπαίνουμε σε πρόγραμμα.

Τα τελευταία τρία περίπου χρόνια οι ανησυχίες μου για εκείνη είναι περισσότερο συναισθηματικής φύσης: πώς το παιδί θα είναι καλά, προστατευμένο, οχυρωμένο, γιατί οι εποχές είναι δύσκολες.

Και αυτό που με απασχολεί περισσότερο είναι πώς θα μάθουμε τα παιδιά μας, χωρίς να είναι φοβικά, να προστατεύουν τον εαυτό τους από όλα αυτά που μπορεί να τους συμβούν. Να χαρούν την παιδικότητά τους, την εφηβεία τους, την ενηλικίωσή τους χωρίς να είμαστε από πάνω τους συνεχώς, αλλά δίπλα τους υποστηρικτικοί και πανέτοιμοι για όλα. Τώρα πια έχουμε αφιερωθεί στη συναισθηματική της ανάπτυξη και φροντίδα».

Αύριο ξεκινούν και τα σχολεία. Είστε έτοιμοι;

«Είμαστε πανέτοιμοι, ξεκινάμε δυναμικά από αύριο. Τα παιδιά προσαρμόζονται εύκολα, πολύ πιο εύκολα από εμάς. Πιστεύω ότι μέσα σε μία-δύο εβδομάδες θα είναι όλα στρωμένα πια».

Μια καλή συνήθεια που ακολουθείς καθημερινά;

«Πίνω ενάμισι λίτρο νερό. Από την ώρα που θα ξυπνήσω το πρωί αρχίζω να μετράω ποτήρια. Επίσης κάθε βράδυ ξεβάφομαι πάντα πριν κοιμηθώ και πλένω φυσικά τα δόντια μου».

Γυμνάζεσαι;

«Πριν κάνω την Εύα γυμναζόμουν συστηματικά, μετά όμως δεν είχα τον χρόνο, κατά διαστήματα έκανα κάποια πράγματα. Τώρα, προσπαθώ να περπατάω, και κάνω ελλειπτικό. Θέλω πολύ να γυμνάζομαι γιατί νιώθω πολύ καλύτερα και έχω ευεξία.

Η γυμναστική με βοηθάει πολύ να εκτονώνομαι. Φροντίζω ό,τι πρόγραμμα και αν έχω, να ξυπνάω νωρίτερα, για να προλαβαίνω να πίνω το καφεδάκι μου, να τρώω πρωινό, να παίρνω τις βιταμίνες μου, να έχω τον χρόνο μου για να βγαίνω λίγο να περπατάω».

Αντίδοτο στις δυσκολίες;

«Σε όλες τις δύσκολες στιγμές το γέλιο και το χιούμορ είναι βάλσαμο. Πάντα προσπαθώ να το γυρίσω και να το δω από την αισιόδοξη πλευρά. Γι’ αυτό ίσως προτιμώ και την κωμωδία».

Πώς ορίζεις την καλή ζωή και την ευτυχία;

«Την ευτυχία την αντλώ πάντα μέσα από την οικογένεια. Να είναι καλά η οικογένεια, να είναι αγαπημένη. Στιγμές καθημερινές μαζί με τα παιδιά, τον άνδρα μου, τους γονείς μου, τους φίλους μου, τους πολύ κοντινούς μου ανθρώπους.

Η ευτυχία είναι εκεί που νιώθεις άνετα, ευχάριστα, που νιώθεις ασφάλεια, που νιώθεις ο εαυτός σου. Και πάντα η ευτυχία είναι σε ένα ηλιοβασίλεμα, σε μια βουτιά στη θάλασσα το πρωί, σε έναν καφέ κάτω από το δέντρο στην αυλή. Στιγμές που δημιουργούν το παζλ της ευτυχίας της ζωής μας».

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: STUDIO VRETTOS
STYLING: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
MAKE UP: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΡΑΦΗ
ΜΑΛΛΙΑ: ΖΩΗ ΚΟΥΙΜΙΤΖΗ