Ποια ήταν η αληθινή σχέση της Νταϊάνα με τον Τύπο; Ήταν απλώς το θύμα του; Ή μήπως υπήρξε και η ίδια μια χαρισματική, αμφίθυμη πρωταγωνίστρια ενός ασταμάτητου θεάματος;

28 χρόνια μετά τη μοιραία νύχτα που στοίχισε στην πριγκίπισσα Νταϊάνα τη ζωή της επιστρέφουμε εκεί που ξεκίνησαν όλα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν η Νταϊάνα Σπένσερ έκανε την εμφάνισή της ως νύφη του διαδόχου του βρετανικού θρόνου.

Η εικόνα της νεαρής, ντροπαλής δασκάλας που έμπαινε στον κόσμο των Ουίνδσορ ήταν το τέλειο υλικό για τον Τύπο: το πιο γοητευτικό παραμύθι του τέλους του 20ού αιώνα. Οι εφημερίδες, τα περιοδικά και αργότερα τα τηλεοπτικά δίκτυα βρήκαν στο πρόσωπό της την προσωποποίηση της «νέας εποχής» του ρομαντισμού. Σύντομα όμως, πίσω από το φωτογενές χαμόγελο, θα φανερωθεί η ανείπωτη πίεση, η μοναξιά και η σκοτεινή πλευρά του παραμυθιού.

Η Σάλι Μπεντέλ Σμιθ, στο κλασικό πλέον άρθρο της στο Vanity Fair του 1998, αποτυπώνει με ακρίβεια αυτή τη μεταβαλλόμενη σχέση.
View this post on Instagram

A post shared by Princess Diana of Wales (@diana.princess.of.our.hearts)

Η Νταϊάνα δεν ήταν απλώς αντικείμενο παρακολούθησης –ήταν μέρος μιας συνεχούς διαπραγμάτευσης με τον Τύπο. Έδινε τροφή στα πρωτοσέλιδα, άλλοτε άθελά της, άλλοτε εσκεμμένα. Ο φωτογραφικός φακός έγινε καθρέφτης αλλά και μάσκα, εργαλείο εξομολόγησης αλλά και μηχανισμός εγκλωβισμού.

Η Νταϊάνα Φράνσις Σπένσερ ήταν μόλις δεκαεννιά ετών όταν η ζωή της άλλαξε για πάντα. Μέχρι τότε, ήταν μια νεαρή κοπέλα που εργαζόταν ως βοηθός νηπιαγωγείου και ζούσε σχετικά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Με την ανακοίνωση, όμως, του αρραβώνα της με τον διάδοχο του βρετανικού θρόνου, τον πρίγκιπα Κάρολο, ολόκληρος ο πλανήτης στράφηκε επάνω της.

Ο γάμος τους, τον Ιούλιο του 1981, χαρακτηρίστηκε «ο γάμος του αιώνα». Οι εικόνες της Νταϊάνα με το μακρύ νυφικό και τη διάσημη ουρά των 7,5 μέτρων μεταδόθηκαν σε εκατοντάδες εκατομμύρια θεατές σε κάθε γωνιά του κόσμου. Το παραμύθι είχε ξεκινήσει, και ο Τύπος βρήκε το νέο του χρυσωρυχείο.

Το νέο είδωλο

Από την πρώτη στιγμή, η νεαρή πριγκίπισσα μετατράπηκε σε δημόσιο πρόσωπο, ένα είδωλο που ανήκε στον φακό. Η παρουσία της γέμιζε τα πρωτοσέλιδα, η αύρα της μαγνήτιζε τις κάμερες, και το κοινό δεν μπορούσε να χορτάσει τη νέα του ηρωίδα. Όμως, κάθε παραμύθι έχει και τη σκοτεινή του πλευρά.

Από την αρχή αυτής της μοιραίας σχέσης, το κυνηγητό υπήρξε ανελέητο. Οι παπαράτσι την ακολουθούσαν παντού: στις διακοπές, στις βόλτες με τους γιους της, ακόμα και στις πιο ιδιωτικές στιγμές.

«Είναι σαν να ταξιδεύω με μια αγέλη λύκων στο κατόπι μου», φέρεται να είχε πει σε φίλους της. Κι όμως, η ίδια γυναίκα που κατήγγειλε την εισβολή στην προσωπική της ζωή, συχνά αξιοποιούσε αυτόν τον ίδιο μηχανισμό για να στείλει τα δικά της μηνύματα –είτε προς τον σύζυγο που την παραμελούσε, είτε προς το κοινό που τη λάτρευε.

Στα πρώτα χρόνια του γάμου της, η Νταϊάνα έμοιαζε να απολαμβάνει την προσοχή. Οι εικόνες της δίπλα στον Κάρολο και αργότερα με τους γιους τους, Γουίλιαμ και Χάρι, δημιούργησαν την εικόνα μιας οικογένειας-πρότυπο. Οι φωτογραφίες από τα ταξίδια τους, οι εμφανίσεις σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, οι κομψές της ενδυματολογικές επιλογές, τροφοδοτούσαν καθημερινά τις εφημερίδες και τα περιοδικά.

Σύντομα το όνειρο μετατράπηκε σε παγίδα. Οι παπαράτσι δεν σταματούσαν ποτέ. Η Νταϊάνα έγινε το πιο φωτογραφημένο πρόσωπο του κόσμου, και η προσωπική της ζωή σφαγιάστηκε σε καρέ.

«Δεν υπήρξε ποτέ στιγμή ησυχίας. Δεν μπορούσα να βγω για ένα απλό περίπατο με τους γιους μου χωρίς να μας ακολουθούν δεκάδες φακοί». Το τίμημα της δημοσιότητας ήταν βαρύ. Ένα βάρος που όσο περνούσαν τα χρόνια, γινόταν ολοένα και πιο δυσβάστακτο.

Εικόνες-γροθιές


Η Νταϊάνα, παρά την πίεση, αντιλήφθηκε πολύ νωρίς τη δύναμη της εικόνας. Ήξερε ότι μια φωτογραφία μπορούσε να καταστρέψει, αλλά μπορούσε και να σώσει. Χρησιμοποίησε τον Τύπο για να περάσει κοινωνικά μηνύματα, για να τραβήξει την προσοχή σε θέματα που οι άλλοι αγνοούσαν.

Οι εικόνες της να αγγίζει ανθρώπους που ζούσαν με AIDS στα τέλη της δεκαετίας του ’80 προκάλεσαν επανάσταση. Την εποχή εκείνη, ο φόβος γύρω από τον ιό ήταν τεράστιος, και οι προκαταλήψεις οδηγούσαν τους ασθενείς σε κοινωνικό αποκλεισμό. Η Νταϊάνα, με ένα απλό άγγιγμα, έδειξε ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβάται κανείς.

Η εμβληματική φωτογραφία της μπροστά στο Ταζ Μαχάλ το 1992 είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σιωπηλή, καθισμένη μόνη μπροστά στο μνημείο του αιώνιου έρωτα, η εικόνα της Νταϊάνα μίλησε πιο δυνατά από χίλιες λέξεις. Ήταν ένα φωτογραφικό δελτίο Τύπου χωρίς κείμενο: η Νταϊάνα ανακοίνωνε στον κόσμο ότι ο γάμος της με τον Κάρολο είχε τελειώσει. Και ο Τύπος, με ανυπέρβλητη όρεξη, αναπαρήγαγε το μήνυμα σε κάθε άκρη του πλανήτη.

Οι φωτογραφίες της στην Αγκόλα, όπου περπάτησε ανάμεσα σε ναρκοπέδια για να αναδείξει το πρόβλημα των ναρκών ξηράς, έγιναν σύμβολα μιας νέας μορφής ανθρωπιστικής ακτιβιστικής δράσης. Όμως το όπλο που εκείνη χρησιμοποιούσε για τη δική της ατζέντα, στρεφόταν συχνά εναντίον της.

Αυτή η διττή στάση –θύμα αλλά και δημιουργός της δικής της εικόνας– θα χαρακτήριζε για πάντα τη σχέση της με τα μέσα. Ο Σερ Ντέιβιντ Ίνγκλις, τότε διευθυντής της Daily Mail, το είχε διατυπώσει με κυνική σαφήνεια: «Την εκμεταλλευτήκαμε όσο μας εκμεταλλεύτηκε».

Η φράση του ενσωματώνει την ουσία ενός φαινομένου που υπερέβη την απλή δημοσιογραφία καταδεικνύοντας μια σπαρακτική συμβίωσης ανάμεσα σε μια γυναίκα που διψούσε για αγάπη και έναν Τύπο που διψούσε για εικόνες και ιστορίες. Τη δική της ιστορία.

«Η δική μου ιστορία»

Αν τα πρώτα χρόνια ο Τύπος φρόντιζε να κατασκευάζει την εικόνα της, στη δεκαετία του ’90 η Νταϊάνα αποφάσισε ότι ήρθε η στιγμή να διεκδικήσει η ίδια τον έλεγχο του αφηγήματός της. Το έκανε με τρόπο τολμηρό, σχεδόν ριψοκίνδυνο, μέσα από δύο κομβικές στιγμές: το βιβλίο του Άντριου Μόρτον και τη συνέντευξή της στον Μάρτιν Μπασίρ.

Το 1992 κυκλοφόρησε το Diana: Her True Story, ένα βιβλίο που προκάλεσε σεισμό. Για πρώτη φορά το κοινό διάβαζε λεπτομέρειες για τις ταραγμένες σχέσεις της με τον Κάρολο, για την Κάμιλα Πάρκερ-Μπόουλς, για τις μάχες με τη βουλιμία και την κατάθλιψη. Στην αρχή η Νταϊάνα αρνήθηκε κάθε εμπλοκή. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν εκείνη που τροφοδοτούσε τον Μόρτον με υλικό μέσω ηχογραφημένων κασετών.

Η κίνηση αυτή σόκαρε το Παλάτι αλλά και τον Τύπο. Για πρώτη φορά, μια βασιλική σύζυγος παρέκαμψε τα «φίλτρα» και μίλησε απευθείας στο κοινό, εκθέτοντας τον ίδιο τον θεσμό.

Η Νταϊάνα μετατράπηκε σε αφηγήτρια του μύθου της – αλλά το έκανε μέσω ενός δημοσιογράφου. Το βιβλίο πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα και σφράγισε την εικόνα της ως τραγικής ηρωίδας που αναζητά κατανόηση.

Οι Βρετανοί συντάκτες διχάστηκαν. Κάποιοι την κατηγόρησαν ότι πρόδωσε τον θεσμό για προσωπική προβολή. Άλλοι είδαν σε αυτήν μια γυναίκα που επιτέλους αρθρώνει τη δική της αλήθεια απέναντι σε μια πανίσχυρη μηχανή σιωπής. Η Νταϊάνα είχε κάνει μια κίνηση μοιραία. Με το βιβλίο εγκαινίασε μια νέα μορφή «συμμαχίας» με τον Τύπο: δεν ήταν πια παθητική πρωταγωνίστρια, αλλά συνειδητή συνεργάτιδα.

Αν το βιβλίο του Μόρτον ήταν το προοίμιο, η συνέντευξη στον Μάρτιν Μπασίρ για το Panorama του BBC το 1995 ήταν το αποκορύφωμα. Εκατομμύρια τηλεθεατές σε όλο τον κόσμο την παρακολούθησαν να λέει με απόλυτη ειλικρίνεια: «Ήμασταν τρεις σ’ αυτόν τον γάμο, οπότε ήταν λίγο πολυσύχναστος». Η φράση αυτή έγινε θρύλος, γραμμένη σε τίτλους, αναπαραγμένη σε αμέτρητα πρωτοσέλιδα.

Η Νταϊάνα δεν δίστασε να μιλήσει για την απιστία του Καρόλου, για τις δικές της ερωτικές περιπέτειες, για τον αγώνα της με την κατάθλιψη. Έδειχνε εύθραυστη, αλλά και απροσδόκητα δυνατή. Επέλεξε να εκτεθεί για να αποσπάσει τη συμπάθεια του κοινού, να παρουσιάσει τον εαυτό της ως θύμα ενός ψυχρού και απάνθρωπου κατεστημένου.

Η συνέντευξη έμεινε στην ιστορία ως μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές τηλεοπτικής (και αμφιλεγόμενης για τις μεθόδους του Μπασίρ) δημοσιογραφίας. Χρόνια αργότερα θα αποκαλυφθεί ότι ο Μπασίρ χρησιμοποίησε αθέμιτες μεθόδους για να την πείσει να μιλήσει – ψεύτικα έγγραφα, παραπλανητικές πληροφορίες.

Αν και το γεγονός θόλωσε περιστασιακά την κληρονομιά αυτής της εξομολογητικής συνέντευξης, δεν αλλάζει το παρακάτω. Με αυτή την εμφάνιση της, μπροστά σε ένα κοινό εκατομμυρίων ανθρώπων, η Νταϊάνα απέκτησε φωνή.

Σχέση-εθισμός

Από το σημείο εκείνο και μετά, η σχέση της με τον Τύπο έγινε ακόμη πιο περίπλοκη και βαθιά αντιφατική. Η Νταϊάνα επικοινωνούσε τακτικά με δημοσιογράφους όπως ο Ρίτσαρντ Κέι της Daily Mail. Τους τηλεφωνούσε για να «διαρρεύσει» ιστορίες ή για να δώσει τη δική της εκδοχή. Κάποιες φορές, μάλιστα, οι συζητήσεις έπαιρναν φιλικό χαρακτήρα – σαν να χρειαζόταν έναν συνομιλητή, αλλά με τη δύναμη του Τύπου στην πλάτη του.

Η Νταϊάνα θεωρούσε τον Τύπο εχθρό που εισέβαλε αδιάκοπα στη ζωή της. Την ίδια στιγμή συνεργαζόταν μαζί του στρατηγικά, εκμεταλλευόμενη τη δύναμη της Τέταρτης Εξουσίας.

Είχε επιλεκτικές σχέσεις με ορισμένους ρεπόρτερ, όπως τον Ρίτσαρντ Κέι της Daily Mail, στον οποίο έδινε πληροφορίες ή τηλεφωνούσε προσωπικά. Ήξερε ότι για να προστατέψει την εικόνα της έπρεπε να έχει συμμάχους μέσα στο ίδιο το σύστημα που την καταδίωκε.

Αυτό, βέβαια, ενίσχυε την καχυποψία του Παλατιού. Η μοναρχία, παραδοσιακά, κρατούσε αποστάσεις από τα ΜΜΕ. Η Νταϊάνα, αντίθετα, τα χρησιμοποιούσε ενεργά. Για το Παλάτι, αυτό ήταν προδοσία. Για την ίδια, ήταν ο μόνος τρόπος να ακουστεί.

Η στάση της βασιλικής οικογένειας υπήρξε πάντα η σιωπή. Όταν ξέσπασαν τα σκάνδαλα, το Μπάκιγχαμ προτίμησε να μη σχολιάσει. Η στρατηγική τους βασιζόταν στην ιδέα ότι η μοναρχία πρέπει να στέκει υπεράνω κουτσομπολιών.

Όμως αυτή η ψυχρότητα έπληξε την εικόνα τους. Ενώ η Νταϊάνα μιλούσε για τα συναισθήματά της, το Παλάτι σιωπούσε. Το κοινό ταυτίστηκε με εκείνη, όχι με τον θεσμό. Η αντίθεση αυτή γέννησε μια πρωτοφανή κρίση εμπιστοσύνης στη μοναρχία.

Ο Τύπος, μπροστά σε αυτό το κενό, ανέλαβε τον ρόλο αφηγητή. Κι έτσι, η ιστορία της Νταϊάνα έγινε μια αφήγηση που διαμορφωνόταν σχεδόν αποκλειστικά από δημοσιογράφους και φωτογράφους.

Η Νταϊάνα δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς τον Τύπο. Τον φοβόταν, τον μισούσε, αλλά ταυτόχρονα τον χρειαζόταν για να αισθάνεται ότι έχει έλεγχο, ότι υπάρχει. Ο φακός ήταν βασανιστής αλλά και καθρέφτης της ύπαρξής της.

Η Σάλι Μπεντέλ Σμιθ σημειώνει εύστοχα ότι η Νταϊάνα είχε πλήρη συνείδηση του πώς να «παίζει» με τα μέσα: άλλοτε έδινε τροφή, άλλοτε αποσυρόταν, πάντα όμως ήξερε ότι ο Τύπος ήταν το ισχυρότερο όπλο της. Μπορεί να μην έμαθε ποτέ να τον τιθασεύει απόλυτα, αλλά κατάφερε να αφήσει το στίγμα της ως μια γυναίκα που επανακαθόρισε τη σχέση διασημοτήτων και δημοσιογραφίας.

Ανελέητο κυνηγητό

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, μετά το διαζύγιό της, η Νταϊάνα βρέθηκε ελεύθερη από τα δεσμά του Παλατιού. Όμως η ελευθερία αυτή δεν έφερε γαλήνη. Αντίθετα, οι παπαράτσι έγιναν πιο επίμονοι. Οι φωτογραφίες της με τον Ντόντι Αλ Φαγιέντ το καλοκαίρι του 1997 πωλούνταν έναντι αστρονομικών ποσών. Κάθε της βουτιά στη Μεσόγειο, κάθε της χαμόγελο, κάθε της αγκαλιά με τα παιδιά του Ντόντι, μετατρεπόταν σε πολύτιμο εμπόρευμα.

Η ίδια έδειχνε να παίζει ακόμη το παιχνίδι. Κάποιες φορές πόζαρε διακριτικά, σαν να ήθελε να τροφοδοτήσει το φακό. Άλλες φορές αγανακτούσε, κατέστρεφε με βλέμμα και χειρονομίες την επιθυμητή «εικόνα». Ορισμένοι φίλοι της έλεγαν ότι ζούσε μια διαρκή αντίφαση: ήθελε να αποσυρθεί, να βρει ιδιωτικότητα, αλλά ταυτόχρονα απολάμβανε την αίσθηση ότι παρέμενε το κέντρο του κόσμου.

Η νύχτα της 31ης Αυγούστου 1997 στο Παρίσι συμπυκνώνει αυτήν ακριβώς την αντίφαση. Το ζευγάρι προσπαθεί να ξεφύγει από τους φωτογράφους. Το αυτοκίνητο τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο οδηγός είναι υπό την επήρεια αλκοόλ. Στις 00:25, το όχημα συντρίβεται στο τούνελ του Alma. Ο Ντόντι και ο οδηγός σκοτώνονται ακαριαία. Η Νταϊάνα παλεύει για λίγες ώρες και καταλήγει.

Η εικόνα των παπαράτσι να φωτογραφίζουν το διαλυμένο όχημα και το σώμα της ετοιμοθάνατης πριγκίπισσας αντί να τη βοηθήσουν προκάλεσε παγκόσμιο σοκ και κατακραυγή. Ο Τύπος, που είχε στηρίξει, αποθεώσει αλλά και βασανίσει τη Νταϊάνα, βρέθηκε κατηγορούμενος για ηθική συνενοχή.

Η κηδεία της Νταϊάνα αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά γεγονότα του 20ού αιώνα. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι παρακολούθησαν σε ζωντανή μετάδοση. Ο θρήνος ήταν καθολικός, και μαζί του ήρθε και η οργή.

Οι εφημερίδες που μέχρι τότε την κυνηγούσαν, ξαφνικά την αποθέωναν. Όμως η κοινή γνώμη δεν ξεχνούσε: οι παπαράτσι και η απληστία των ΜΜΕ είχαν συμβάλει καθοριστικά στον θάνατό της.

Η δημοσιογραφία κλήθηκε να κάνει την αυτοκριτική της. Στην πραγματικότητα, λίγα άλλαξαν. Όμως το σοκ της Νταϊάνα παρέμεινε μια μόνιμη υπενθύμιση ότι η δίψα για εικόνα μπορεί να έχει τραγικές συνέπειες. Μετά το τραγικό τέλος της, σαν σήμερα, το 1997, οι τίτλοι των εφημερίδων προσπάθησαν να αποτινάξουν την ενοχή, αλλά η σκιά είχε ήδη πέσει.

Σκοτεινή παρακαταθήκη

Η ιστορία της Νταϊάνα άλλαξε για πάντα τον τρόπο που βλέπουμε τη σχέση διασημοτήτων και Τύπου. Έδειξε ότι η γραμμή ανάμεσα στη δημοσιότητα και στην ιδιωτικότητα μπορεί να αποβεί θανάσιμη.

Στον απόηχο της τραγωδίας, οι βρετανικές εφημερίδες υποσχέθηκαν αυτοσυγκράτηση. Αλλά η βιομηχανία της εικόνας είχε ήδη μεταλλαχθεί: οι παπαράτσι έγιναν πιο επιθετικοί, οι διασημότητες πιο «επαγγελματίες» στη διαχείριση της προβολής τους.

Η Νταϊάνα υπήρξε πρόδρομος της σημερινής εποχής των social media.

Στην ουσία, εκείνη πρώτη κατάλαβε ότι η εικόνα είναι αφήγημα και προϊόν. Σήμερα, οι σταρ του Instagram ή της βασιλικής οικογένειας –όπως η Μέγκαν Μαρκλ και ο Χάρι– συνεχίζουν τον αγώνα με άλλους όρους, αλλά πάνω στα ίδια θεμέλια. Η εμμονή του κοινού, η αδηφαγία των μέσων και η ανάγκη του ατόμου να ελέγξει τη δική του ιστορία παραμένουν αναλλοίωτες.

Εικοσιοκτώ χρόνια μετά, η Νταϊάνα εξακολουθεί να στοιχειώνει. Όχι μόνο ως τραγική πριγκίπισσα, αλλά ως σύμβολο της σχέσης μας με τα media. Υπήρξε θύμα, ναι. Αλλά υπήρξε και συνδημιουργός ενός αφηγήματος που την ξεπέρασε.

Η Νταϊάνα και ο Τύπος, τα media, τα tabloids, οι παπαράτσι και όλος ο μηχανισμός της έκθεσης-είδησης ήταν μια σχέση αγάπης και μίσους, εξάρτησης και καταδίωξης. Χωρίς αυτούς δεν θα γινόταν το παγκόσμιο σύμβολο που γνωρίσαμε. Αλλά εξαιτίας του, βρέθηκε εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο που κατέληξε στον τραγικό της θάνατο.