Μια λιποπρωτεΐνη, ένα σωματίδιο που αποτελείται από λιπίδια και πρωτεΐνες, η απολιποπρωτεΐνη a ή Lp (a), είναι η πιο επικίνδυνη για τα αγγεία μας. Μαζί με τη χοληστερόλη που αποτελεί την κυριότερη λιποπρωτεΐνη – ιδίως την «κακή» LDL, συμβάλλουν την εναπόθεση αθηρωματικής πλάκας στα τοιχώματα των αγγείων. Έτσι, ενισχύεται ο κίνδυνος για έμφραγμα του μυοκαρδίου, ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, περιφερική αρτηριακή νόσο (νόσος των αρτηριών των κάτω άκρων), καθώς και στένωση της αορτικής βαλβίδας της καρδιάς.

Περίπου το 20% του πληθυσμού παγκοσμίως έχει υψηλά επίπεδα Lp(a) (πάνω από 50 mg/dL ή 125 nmol/L), καθιστώντας την αυξημένη συγκέντρωση αυτής της λιποπρωτεΐνης ως την περισσότερο συχνή γενετική διαταραχή των επιπέδων των λιποπρωτεϊνών και των λιπιδίων στο αίμα.

Στην Ευρώπη και τη χώρα μας, το ποσοστό του πληθυσμού με αυξημένα επίπεδα Lp(a) είναι περίπου 20%.

Ειδικά στην Ελλάδα, η επιδημιολογική μελέτη ΑΤΤΙΚΗ (2002-2022) έδειξε ότι το 19% των Ελλήνων έχει υψηλά επίπεδα Lp(a) χωρίς διαφοροποίηση μεταξύ των ανδρών και γυναικών. Πρόσφατη μελέτη από Έλληνες ερευνητές κατέδειξε ότι η ενσωμάτωση της Lp(a) στην κλινική εκτίμηση κινδύνου βελτιώνει ουσιαστικά τη σωστή διαστρωμάτωση του καρδιαγγειακού κινδύνου, αναδεικνύοντας άτομα υψηλού κινδύνου τα οποία δεν θα είχαν ταυτοποιηθεί με βάση τους συμβατικούς κλινικούς δείκτες.

Για την καταγραφή των επιπέδων της Lp(a) στον Ελληνικό πληθυσμό, ήδη από το 2023, η Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης έχει οργανώσει ένα πανελλαδικό μητρώο καταγραφής, το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η λιποπρωτεΐνη έγινε γνωστή πρόσφατα, μέσω του προγράμματος πρόληψης των καρδιαγγειακών νοσημάτων «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» του υπουργείου Υγείας, στο οποίο όλοι οι Έλληνες άνω των 30 ετών έμαθαν για την Λιποπρωτεΐνη – α, που συμπεριλαμβάνεται στις εξετάσεις πρόληψης της καρδιαγγειακής νόσου.

Η Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης, επισημαίνει πως πρόκειται για έναν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου της καρδιαγγειακής νόσου και της στένωσης της αορτικής βαλβίδας.

Η βιοσύνθεση της Lp(a) γίνεται στο ήπαρ και τα επίπεδά της στο αίμα καθορίζονται κυρίως γενετικά και κληρονομούνται, συνεπώς παραμένουν σταθερά κατά τη διάρκεια της ζωής μας και δεν επηρεάζονται σημαντικά από τον τρόπο ζωής, τις διατροφικές συνήθειες, τη σωματική άσκηση, και τις μεταβολές του σωματικού βάρους. Στις γυναίκες ενδέχεται να παρατηρηθεί μια ήπια αύξηση της συγκέντρωσης της Lp(a) μετά την εμμηνόπαυση.

Όσον αφορά τις φυσιολογικές της λειτουργίες, θεωρείται ότι η Lp(a)  μπορεί να συμμετέχει σε μηχανισμούς επούλωσης τραυμάτων και άμυνας του οργανισμού.

Ωστόσο, τα αυξημένα επίπεδά της διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των αθηρωματικών πλακών στο τοίχωμα των αρτηριών.

Ώρα για εξέταση

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ευαισθητοποίησης για την Lp(a), η Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης ενημερώνει για τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου που διατρέχουν τα άτομα με αυξημένα επίπεδα Lp(a) και προτρέπει όλους να μετρήσουν τη συγκέντρωσή της στο αίμα.

Υπολογίζεται ότι περίπου 1,4  δις άτομα παγκοσμίως έχουν υψηλά επίπεδα Lp(a), παρόλα αυτά μόνο το 1-2% του συνολικού πληθυσμού έχει μετρήσει και γνωρίζει τα επίπεδά της.

Η Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης, η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης, καθώς και η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία, συνιστούν να γίνεται η μέτρηση της Lp(a) τουλάχιστον μια φορά στη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου, χωρίς να χρειάζεται να γίνονται συχνές επαναλήψεις.

Οι ιατρικές εταιρείες επισημαίνουν ότι όλοι πρέπει να γνωρίζουμε τα επίπεδα της Lp(a) στο αίμα μας, γι΄ αυτό είναι σημαντικό η πολιτεία και οι υγειονομικές αρχές να αναλάβουν πρωτοβουλία ενημέρωσης των πολιτών για τη σημασία της μέτρησής της.

Πότε αυξάνεται ο κίνδυνος

Ο προσδιορισμός των επιπέδων της Lp(a) γίνεται με μια απλή εργαστηριακή εξέταση αίματος. Τα επίπεδα της Lp(a) που σχετίζονται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο είναι πάνω από 50 mg/dL (πάνω από 125 nmol/L). Ωστόσο, ο πραγματικός κίνδυνος που διατρέχει κάποιος δεν εξαρτάται μόνο από την τιμή της Lp(a), αλλά από το συνολικό προφίλ καρδιαγγειακού κινδύνου.

Θεραπείες

Δεδομένου ότι με τις υπάρχουσες θεραπείες τα επίπεδα της Lp(a) δεν μπορούν να μειωθούν σημαντικά, είναι απαραίτητο τα άτομα με αυξημένη Lp(a) να ρυθμίζουν έγκαιρα και αποτελεσματικά τους άλλους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου που μπορεί  να συνυπάρχουν, όπως το κάπνισμα, η υψηλή συγκέντρωση της «κακής» LDL-χοληστερόλης, ο διαβήτης, η αρτηριακή υπέρταση και η παχυσαρκία. Επίσης, τα άτομα αυτά θα πρέπει να ακολουθούν ένα υγιεινό τρόπο ζωής, όπως διατροφή με λίγα λιπαρά, συχνή άσκηση και διακοπή/αποφυγή του καπνίσματος.

Στο άμεσο μέλλον, βρίσκονται σε εξέλιξη κλινικές μελέτες στις οποίες δοκιμάζονται καινοτόμα φάρμακα που μειώνουν σημαντικά τα επίπεδα της Lp(a) στο πλάσμα και αναμένεται να διαπιστωθεί αν η χρήση τους θα φέρει σημαντική μείωση των καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Από την Άννα Παπαδομαρκάκη