Τι γίνεται όταν η καρδιά μας χάνει τη δύναμή της και δεν στέλνει αρκετό αίμα στο σώμα; Γιατί η καρδιακή ανεπάρκεια είναι τόσο συχνή; Τι ρόλο παίζει το αλάτι;

Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια σοβαρή καρδιολογική πάθηση η οποία ευθύνεται για τις περισσότερες εισαγωγές ασθενών άνω των 65 ετών στο νοσοκομείο. Αποτελεί το τελικό καταληκτικό σημείο όλων των καρδιακών παθήσεων (κυρίως της αρτηριακής υπέρτασης και της στεφανιαίας νόσου) και συνδέεται με έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας και πολύ υψηλά ποσοστά θνησιμότητας, ειδικά όταν δε γίνεται έγκαιρα η διάγνωσή της.

Πώς δουλεύει φυσιολογικά η καρδιά

Η καρδιά είναι ένας ειδικός μυς που λειτουργεί σαν αντλία και στέλνει το αίμα αφενός μεν στους πνεύμονες προκειμένου να εμπλουτιστεί σε οξυγόνο, αφετέρου δε στο υπόλοιπο σώμα, τροφοδοτώντας το με θρεπτικά συστατικά μέσω του δικτύου των αρτηριών. Εν συνεχεία, το αίμα επιστρέφει στην καρδιά μέσω των φλεβών για να ταξιδέψει και πάλι προς τους πνεύμονες. Για να επιτελέσει με επιτυχία αυτό το ασταμάτητο έργο της αντλίας, η καρδιά χρειάζεται υγιή τοιχώματα ικανά να συστέλλονται, προκειμένου να διώχνουν το αίμα με την κυκλοφορία, αλλά και να διαστέλλονται, ώστε να γεμίζουν και πάλι με νέο αίμα ύστερα από κάθε συστολή, μία διαδικασία που επαναλαμβάνεται περίπου 70 φορές το λεπτό!

Τι γίνεται στην καρδιακή ανεπάρκεια

Στην καρδιακή ανεπάρκεια τα τοιχώματα της καρδιάς γίνονται αδύναμα και δεν μπορούν να στείλουν αρκετή ποσότητα αίματος στο σώμα. Επειδή το αίμα και το οξυγόνο δεν επαρκούν για να θρέψουν τους μυς και τα όργανα του σώματος, οι μυς κουράζονται –γι΄ αυτό και ο ασθενής με καρδιακή ανεπάρκεια εμφανίζει εύκολα κόπωση. Παράλληλα, δεν επιστρέφει αρκετό αίμα στην καρδιά, επειδή η αδύναμη καρδιά δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αντλία με επιτυχία. Το αίμα που δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, μαζεύεται στις φλέβες, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η πίεση μέσα σε αυτές, οπότε τα υγρά βρίσκουν διέξοδο στους γύρω ιστούς, κυρίως στα πόδια (όπου παρατηρούνται οιδήματα-πρήξιμο) αλλά και την κοιλιά. Υγρό συσσωρεύεται και στους πνεύμονες προκαλώντας συμφόρηση και δύσπνοια.

Συμπτώματα

Συνοπτικά τα συμπτώματα ενός ασθενή με καρδιακή ανεπάρκεια περιλαμβάνουν:

-Συνεχές αίσθημα κόπωσης

-Δυσκολία στις καθημερινές δραστηριότητες

-Οίδημα (πρήξιμο) στα πέλματα, τους αστραγάλους, τα πόδια ή την κοιλιά

-Αύξηση βάρους

-Δύσπνοια κατά την προσπάθεια ή σε ηρεμία

-Δυσκολία στην αναπνοή όταν ξαπλώνει

-Ο ασθενής συχνά ξυπνάει και αναγκάζεται να σηκωθεί όρθιος για να αναπνεύσει

Πού οφείλεται η νόσος

Η κύρια αιτία που προκαλεί καρδιακή ανεπάρκεια είναι η στεφανιαία νόσος. Ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου νεκρώνει τμήματα της καρδιάς και ελαττώνει τη δύναμή της. Άλλες αιτίες είναι κάποιες δομικές παθήσεις στην καρδιά (π.χ. βαλβιδοπάθειες) καθώς οι λοιμώξεις του μυοκαρδίου. Μπορεί όμως και μία αρρύθμιστη επί χρόνια υπέρταση να καταλήξει σε καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς η καρδιά ζορίζεται να λειτουργήσει, λόγω της αυξημένης πίεσης στα αγγεία, και εξαντλείται.

Αν αναλογισθούμε ότι στην Ελλάδα, καταγράφονται κάθε χρόνο περισσότερα από 15.000 νέα περιστατικά στεφανιαίας νόσου, και ότι ένας στους τρεις ενήλικες πάσχει από υπέρταση, εκ των οποίων μόλις οι μισοί λαμβάνουν αγωγή, γίνεται εύκολα αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος της καρδιακής ανεπάρκειας στη χώρα μας.

Μια πολύ συχνή πάθηση

Στην Ελλάδα οι πάσχοντες από καρδιακή ανεπάρκεια εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 200.000, ενώ περισσότερα από 500 νοσοκομειακά κρεβάτια είναι μονίμως κατειλημμένα από αυτούς τους ασθενείς. Υπολογίζεται, μάλιστα, ότι οι νοσηλείες λόγω καρδιακής ανεπάρκειας απορροφούν το 2% των συνολικών δαπανών για την υγεία! (Στις ΗΠΑ το κόστος είναι πάνω από 33 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο).

Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί ένα υποεκτιμημένο πρόβλημα υγείας. Κι όμως, είναι πιο συχνή από τις περισσότερες μορφές καρκίνου! Μόνο στην Ευρώπη 14 εκατομμύρια άτομα πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια, με 3.6 εκατομμύρια ασθενείς να διαγιγνώσκονται με την πάθηση αυτή σε ετήσια βάση.

Εκτιμάται πως σε κάποια φάση της ζωής τους θα την εμφανίσουν 1 στους 5 ενηλίκους. Είναι πρόβλημα υγείας κυρίως των μεγαλύτερων ηλικιών και η συχνότητά της αυξάνεται προοδευτικά με την ηλικία. Ειδικότερα από καρδιακή ανεπάρκεια πάσχει περίπου:

το 0,5% των ενηλίκων κάτω των 50 ετών,

το 1% των ενηλίκων κάτω των 65 ετών,

το 7% των ενηλίκων 75-84 ετών,

το 15% των άνω των 85.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αποτελεί τη πιο συχνή αιτία νοσηλείας για τους ασθενείς άνω των 65 ετών και αυτό έχει μεγάλη σημασία καθώς αναμένεται διπλασιασμός της ηλικιακής αυτής ομάδας τα επόμενα 20-30 χρόνια.

Σημασία της έγκαιρης διάγνωσης

Από τους ασθενείς που διαγιγνώσκονται με καρδιακή ανεπάρκεια, το 40% αναμένεται να πεθάνει στα επόμενα 5 έτη. Το ποσοστό αυτό διπλασιάζεται και φθάνει το 80% όταν η διάγνωση αργήσει και γίνει στα προχωρημένα στάδια της νόσου. Αυτό από μόνο του καταδεικνύει πόσο σημαντικό είναι ο ασθενής να επισκεφθεί γρήγορα τον καρδιολόγο του ώστε να γίνει έγκαιρα η διάγνωση της πάθησης.

Σε μεγάλα νοσοκομεία της χώρας λειτουργούν οργανωμένα Ιατρεία Καρδιακής Ανεπάρκειας στελεχωμένα με εξειδικευμένο προσωπικό για την ολοκληρωμένη διαχείριση της νόσου.

Τρόποι πρόληψης

Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια σοβαρή κατάσταση, που ωστόσο μπορεί να προληφθεί με τις κατάλληλες έγκαιρες ενέργειες. «Κλειδί» είναι η σωστή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και η αντιμετώπιση πιθανής υπέρτασης. Η αλλαγή του τρόπου ζωής, με απλές και ανέξοδες κινήσεις, όπως το καθημερινό περπάτημα, ο περιορισμός στο αλάτι, η απώλεια βάρους και η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να κάνουν τη διαφορά στην πρόληψη της καρδιακής ανεπάρκειας και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Αντιμετώπιση

Οι πιο κοινές μορφές καρδιακής ανεπάρκειας μπορούν να αντιμετωπιστούν με αλλαγές στον τρόπο ζωής και φαρμακευτική αγωγή.

Αναφορικά με τον τρόπο ζωής, ακόμα και απλά πράγματα όπως καθημερινό περπάτημα, διατροφή χωρίς αλάτι, αποφυγή καπνίσματος και αλκοόλ μπορούν να κάνουν τη διαφορά στα συμπτώματα και την ποιότητα ζωής. Ο ασθενής με καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να παρακολουθεί το βάρος του (με καθημερινό ζύγισμα), την πίεση και τις σφύξεις του. Αν παρατηρήσει μεγάλη αλλαγή στις μετρήσεις, όπως όταν πάρει π.χ. αρκετό βάρος (περισσότερο από 2 κιλά σε 3 ημέρες), τότε πρέπει να ενημερώσει το γιατρό του. Επίσης, καλό είναι να αναφέρει και οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή διαπιστώσει στα συμπτώματά του, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο. Για παράδειγμα, μπορεί να αναφέρει ότι τελευταία αναγκάζεται να ξυπνάει τη νύκτα λόγω δύσπνοιας και θέλει να σηκωθεί από το κρεβάτι, ή ότι νοιώθει την ανάγκη να χρησιμοποιήσει τέσσερα αντί δύο μαξιλάρια που χρησιμοποιούσε πριν, για να κοιμηθεί.

Δεδομένου πως μια από τις συχνότερες αιτίες που απορυθμίζουν την καρδιακή ανεπάρκεια είναι οι λοιμώξεις, πρέπει να γίνεται στους ασθενείς αυτούς ο προληπτικός εμβολιασμός για προστασία από τον πνευμονιόκοκκο και τη γρίπη.

Η φαρμακευτική θεραπεία περιλαμβάνει κυρίως τη χρήση διουρητικών, β-αναστολέων, α-ΜΕΑ και αναστολέων αλδοστερόνης. Οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου (α-ΜΕΑ), οι β-αναστολείς και οι αναστολείς αλδοστερόνης έχουν φανεί από μελέτες ότι παρατείνουν την επιβίωση των ασθενών. Η προσθήκη διουρητικών βελτιώνει την ποιότητα ζωής τους, καθώς βοηθούν στην αποσυμφόρηση του ασθενή, αυξάνοντας την αποβολή των υγρών και του άλατος.

Πολύ σημαντικό παράγοντα αποτελεί και η συμμόρφωση του ασθενούς στη θεραπεία που του υπέδειξε ο γιατρός του.

Σε προχωρημένα στάδια καρδιακής ανεπάρκειας χρησιμοποιούνται αμφικοιλιακή βηματοδότηση, συσκευές μηχανικής υποβοήθησης της αριστερής κοιλίας και τέλος η μεταμόσχευση καρδιάς.

Καρδιακή ανεπάρκεια και αλάτι

Σύμφωνα με τον επίσημο ιστότοπο της Ευρωπαικής Καρδιολογικής Εταιρίας για την ΚΑ (heartfailurematters.org) η μείωση λήψης αλατιού έχει μεγάλη σημασία για τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

Η νόσος κάνει το σώμα να διατηρεί το επιπλέον αλάτι και νερό προκαλώντας κατακράτηση υγρών και στη συνέχεια πρήξιμο των αστραγάλων, των ποδιών ή του στομάχου και πρόσληψη βάρους. Μπορεί επίσης να προκαλέσει συμφόρηση των πνευμόνων με πρόβλημα στην αναπνοή. Η καρδιά πρέπει να δουλέψει πιο σκληρά εξαιτίας της αυξημένης ποσότητας υγρών ώστε να στείλει την αναγκαία ποσότητα αίματος στο σώμα. Το αλάτι επίσης προκαλεί δίψα κάνοντας τον ασθενή να πίνει και άλλο νερό και να κάνει ακόμα πιο έντονο το πρόβλημα.

Ως τρόποι περιορισμού του αλατιού συστήνονται:

-Να τρώει κάποιος περισσότερα φρούτα και λαχανικά, υποκατάστατα κρέατος (πχ πρωτεΐνη σόγιας), μη επεξεργασμένα φαγητά, προϊόντα με χαμηλά λιπαρά, δημητριακά και ψάρια.

-Να προστίθενται βότανα, καρυκεύματα ή χυμοί φρούτων στο φαγητό για καλύτερη γεύση

– Να αποφεύγονται επεξεργασμένα φαγητά που έχουν πολύ αλάτι, όπως έτοιμα γεύματα, κονσερβοποιημένα λαχανικά, τυριά, επεξεργασμένα κρέατα (π.χ. λουκάνικα και ζαμπόν), ψωμί και επεξεργασμένη τομάτα (π.χ. κέτσαπ).