Ακόμη και πολύ σύντομη έκθεση σε ατμοσφαιρική ρύπανση — μόλις μία ώρα — μπορεί να επηρεάσει τους πνεύμονες και τον εγκέφαλο, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που φωτίζει με πιο λεπτομερή τρόπο τις επιπτώσεις διαφορετικών τύπων ρύπων στον ανθρώπινο οργανισμό.
Η έρευνα υπογραμμίζει ότι δεν αντιδρούν όλοι οι ρύποι με τον ίδιο τρόπο στο σώμα, ενώ ακόμη και η βραχυπρόθεσμη έκθεση φαίνεται να προκαλεί μετρήσιμες αλλαγές.
Πνεύμονες & εγκέφαλος: Έκθεση σε 5 διαφορετικά είδη αέρα
Στη μελέτη του πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ, υγιείς ενήλικες εκτέθηκαν για 60 λεπτά σε πέντε διαφορετικές συνθήκες:
- καθαρό αέρα
- αερόλυμα λιμονενίου (από αρώματα εσπεριδοειδών που χρησιμοποιούνται συχνά σε καθαριστικά)
- καυσαέρια ντίζελ
- καπνό από ξύλα
- εκπομπές από μαγείρεμα
Μετά την έκθεση, οι συμμετέχοντες έκαναν ένα διάλειμμα τεσσάρων ωρών και στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε εξετάσεις για τη λειτουργία των πνευμόνων και μια σειρά γνωστικών δοκιμασιών, όπως μνήμη εργασίας, προσοχή, επεξεργασία συναισθημάτων και κινητικές δεξιότητες.
Οι επιπτώσεις στους πνεύμονες
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι:
- Η μεγαλύτερη μείωση στη λειτουργία των πνευμόνων (3,4%) καταγράφηκε μετά από έκθεση σε αερόλυμα λιμονενίου
- Ακολούθησε ο καπνός ξύλου με μείωση 2,6%
- Στη συνέχεια τα καυσαέρια ντίζελ και οι εκπομπές από μαγείρεμα
Παρότι οι μειώσεις φαίνονται μικρές, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η επαναλαμβανόμενη έκθεση μπορεί να έχει σημαντικότερο σωρευτικό αντίκτυπο.
Επιπτώσεις στον εγκέφαλο και τη γνωστική λειτουργία
Όσον αφορά τη γνωστική απόδοση, τα καυσαέρια ντίζελ φάνηκαν να έχουν τη μεγαλύτερη επίδραση στις εκτελεστικές λειτουργίες του εγκεφάλου — δηλαδή στις διαδικασίες που σχετίζονται με:
- τον προγραμματισμό
- τη συγκέντρωση
- τη ρύθμιση συναισθημάτων
Οι αλλαγές αυτές καταγράφηκαν μέσω δοκιμασιών μνήμης και νοητικών δεξιοτήτων, όπως αντιγραφή σχημάτων και ανάκληση λέξεων.
Γιατί δεν μας επηρεάζουν όλοι οι ρύποι με τον ίδιο τρόπο
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι, παρότι τα επίπεδα αιωρούμενων σωματιδίων ήταν παρόμοια σε όλες τις περιπτώσεις, το σώμα δεν αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο.
«Κάθε πηγή ρύπανσης προκάλεσε διαφορετικό μοτίβο βραχυπρόθεσμων αλλαγών στον εγκέφαλο και τους πνεύμονες», εξηγούν οι ερευνητές, επισημαίνοντας ότι η σύσταση και η προέλευση των ρύπων παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Ο “άξονας πνεύμονα–εγκεφάλου”
Η μελέτη ανέδειξε τη σημασία του λεγόμενου άξονα πνεύμονα–εγκεφάλου, δηλαδή της σύνδεσης ανάμεσα στην αναπνευστική και τη νευρολογική λειτουργία.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα αιωρούμενα σωματίδια μπορούν να:
- εισχωρήσουν βαθιά στους πνεύμονες
- περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος
- προκαλέσουν φλεγμονές και οξειδωτικό στρες
- επηρεάσουν ακόμη και τη ροή αίματος προς τον εγκέφαλο
Πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις
Παρότι η έκθεση στη μελέτη ήταν σύντομη, οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η επαναλαμβανόμενη επαφή με ρύπους μπορεί μακροπρόθεσμα να συμβάλει σε:
- γνωστική έκπτωση
- νευρολογικές διαταραχές
- αυξημένο κίνδυνο παθήσεων όπως η άνοια
- αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα
Προηγούμενες έρευνες έχουν ήδη συνδέσει τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια (PM2.5) με αυξημένο κίνδυνο Αλτσχάιμερ.
Τι σημαίνουν όλα αυτά πρακτικά
Η έρευνα υπογραμμίζει ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν είναι ένα “ενιαίο” φαινόμενο. Διαφορετικές πηγές — από τα καυσαέρια μέχρι τον καπνό ξύλου — μπορεί να επηρεάζουν διαφορετικά τον οργανισμό.
Αν και δεν μπορούμε να αποφύγουμε πλήρως την έκθεση, οι ειδικοί τονίζουν τη σημασία:
- της μείωσης της ρύπανσης στις πόλεις
- της καλύτερης ποιότητας του αέρα σε εσωτερικούς χώρους
- και της προστασίας ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού