Αν θέλετε να ελαχιστοποιήσετε τις πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου του μαστού, προσπαθήστε να μην αλλάξετε μέγεθος φούστας όσο περνούν τα χρόνια. Αυτή είναι η συμβουλή βρετανών ερευνητών, που υποστηρίζουν ότι «αύξηση κατά ένα μέγεθος στο νούμερο της φούστας κάθε 10 χρόνια από την ηλικία των 25 ετών έως και μετά την εμμηνόπαυση συνδέεται με αύξηση του κινδύνου καρκίνου του μαστού σε μεταμμηνοπαυσιακές γυναίκες κατά 33%». Μάλιστα, ο κίνδυνος αυξανόταν κατά 77%, αν το μέγεθος ανέβηκε κατά δύο μεγέθη μέσα στο διάστημα αυτό, δήλωσε η επικεφαλής της έρευνας δρ. Usha Menon από το Γυναικολογικό Κέντρο Έρευνας για τον Καρκίνο του University College του Λονδίνου.

Το παραπάνω συμπέρασμα βασίζεται σε στοιχεία σχεδόν 93.000 γυναικών, εγγεγραμμένων σε μια βρετανική βάση δεδομένων για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου. Όταν οι γυναίκες μπήκαν στη μελέτη (μεταξύ 2005 και 2010), όλες ήταν άνω των 50 ετών (με μέσο όρο ηλικίας τα 64) και καμία δεν είχε διαγνωστεί με καρκίνου του μαστού.

Στην ηλικία των 25 ετών, ο μέσος όρος μεγέθους της φούστας των γυναικών ήταν 8, ενώ όταν ξεκίνησε η μελέτη, το μέσο μέγεθος ήταν 10 με τρεις στις τέσσερις γυναίκες να αναφέρουν ότι μεγάλωσε το νούμερο της φούστας τους.

Αν και παράγοντες κινδύνου, όπως το οικογενειακό ιστορικό και οι θεραπείες ορμονικής υποκατάστασης, συνδέθηκαν –όπως ήταν αναμενόμενο- με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, ωστόσο τυχών αυξήσεις στο μέγεθος των ρούχων αποδείχθηκαν σημαντικός δείκτης πρόγνωσης.

 «Παρόλο που κανένα οριστικό συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από αυτή την μελέτη παρατήρησης, ωστόσο αλλαγές στο μέγεθος των ρούχων κατά τη διάρκεια των χρόνων καλό είναι να λαμβάνονται υπόψη», πρόσθεσε η δρ. Menon. Το μέγεθος της φούστας αντανακλά την αύξηση του κοιλιακού λίπους, που φαίνεται να αποτελεί καλύτερο προγνωστικό παράγοντα από ό,τι ο Δείκτης Μάζας Σώματος.