Πρόκειται για έναν όρο, ο οποίος μπορεί για τους επιστήμονες να ήταν γνωστός, ωστόσο στον υπόλοιπο πληθυσμό έγινε γνωστός στην… εποχή του κοροναϊού.

Πρόκειται για τον δείκτη μετάδοσης «R», ο οποίος έχει καταστεί ο πιο διάσημος δείκτης της επιτυχίας των κυβερνήσεων στην καταπολέμηση του κοροναϊού, αλλά και των κινήσεων της κάθε κυβέρνησης για την άρση των περιοριστικών μέτρων.

Αναφορικά με τη χώρα μας, με αυτό αναφέρεται συχνά και ο εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας για τον κοροναϊό, Σωτήρης Τσιόδρας.

 Τι είναι ο δείκτης «R»

Οι επιδημιολόγοι χρησιμοποιούν τον δείκτη R για δεκαετίες ως μονάδα μέτρησης της ικανότητας μια νόσου να διαδοθεί στους ανθρώπους.

Πρόκειται για το μέσο όρο των νέων κρουσμάτων που προκύπτουν από έναν ήδη ασθενή. Εάν ο δείκτης R είναι άνω της μονάδας, υπάρχει εκθετική αύξηση της νόσου, ενώ όσο πιο μεγάλο είναι το νούμερο, τόσο μεγαλύτερη είναι και η έξαρση των κρουσμάτων.

Ένας δείκτης R κατώτερος της μονάδας σημαίνει ότι η επιδημία υποχωρεί και, εάν παραμείνει χαμηλός, τελικά θα εκλείψει.

Για τον κοροναϊό, ο βασικός δείκτης μετάδοσης σε έναν πληθυσμό προτού ληφθούν μέτρα περιορισμού ανέρχεται κάπου μεταξύ 2,5 με 3, πιστεύουν οι επιδημιολόγοι. Αυτό τον καθιστά λιγότερο μεταδοτικό από την ιλαρά, που έχει δείκτη R 15, αλλά περισσότερο από την εποχική γρίπη που έχει δείκτη R 1,3.

Εως ότου βρεθεί και κριθεί κατάλληλο για χρήση ένα αποδοτικό εμβόλιο, οι κοινωνικές αποστάσεις θα είναι ο πιο αποδοτικός τρόπος να περιοριστεί ο δείκτης R, καθώς το λεγόμενο social distancing αποτρέπει τη μετάδοση του ιού. Στις ευρωπαϊκές χώρες που επέβαλαν αυστηρά μέτρα περιορισμού εδώ και εβδομάδες, η μείωση των καθημερινών νέων κρουσμάτων – και με σχετική χρονοκαθυστέρηση, των θανάτων – κατάφεραν να μειώσουν το δείκτη R κάτω του 1, με έναν μέσο όρο μεταξύ του 0,6 και του 0,9.

Πώς μετριέται ο δείκτης «R»

Οι πολιτικοί αντιμετωπίζουν τον δείκτη R σαν μια μέτρηση για άρση των lockdown και την επανέναρξη βασικών δραστηριοτήτων της οικονομίας, χωρίς να επιτρέψουν έξαρση των κρουσμάτων κοροναϊού – αλλά και ως έναν απλό τρόπο για να επικοινωνήσουν την επιτυχία ή όχι των μέτρων στους πολίτες.

Η πραγματικότητα, είναι πολύ πιο πολύπλοκη, όπως και σε πολλές άλλες πληροφορίες για την Covid 19. Ο επικεφαλής του βρετανικού Ινστιτούτου Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών Jagjit Chadha, τονίζει: «Όχι μόνο είναι απίστευτα δύσκολο να υπολογιστεί η οριακή τιμή του δείκτη R, αλλά είναι και αποπροσανατολιστικός, γιατί οι πολίτες θέλουν να γνωρίζουν ποιος είναι ο δείκτης R στη δική τους περιοχή».

Στη θεωρία, μια ακριβής τιμή για τον δείκτη «R» μπορεί να υπολογιστεί με πολύ καλό σύστημα τεστ για κορωνοϊό και ιχνηλάτησης των επαφών, που θα έδειχνε το ποσοστό των κρουσμάτων που μεταδίδουν τον ιό σε κάποιον άλλον. Οι επιστήμονες το έκαναν στην Κίνα και τη Νότιο Κορέα, αλλά οι περισσότερες χώρες που είναι αντιμέτωπες με επιδημία κοροναϊού, δεν έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν.

Οπότε οι επιδημιολόγοι υπολογίζουν τον δείκτη «R» με μαθηματικά μοντέλα που βασίζονται στον αριθμό των νέων κρουσμάτων και θανάτων και / ή προσομοιώσεις του πώς η αλλαγή στις ανθρώπινες συμπεριφορές (μέσω επιβολής μέτρων περιορισμού) θα επηρεάσει τη μετάδοση του ιού.

Μπορούμε να εμπιστευθούμε τα αποτελέσματα;

Οι αβεβαιότητες για τον δείκτη «R» είναι προφανείς και στην περίπτωση της Βρετανίας, όπου οι μετρήσεις από το Imperial College του Λονδίνου και του London School of Hygiene and Tropical Medicine βγάζουν διαφορετικά αποτελέσματα.

Ο δείκτης του Imperial College εμφανίζουν τον δείκτη R σταθερό λίγο κάτω του 4 από το Φεβρουάριο ως τις 12 Μαρτίου, μια μικρή υποχώρηση στο 3,5 στις 23 Μαρτίου και ακολούθως, μια έντονη πτώση μέσα σε λίγες μέρες στα τρέχοντα επίπεδα του 0,7.

Από την άλλη, οι ερευνητές του London School of Hygiene καταγράφουν μια πολύ μεγαλύτερη και σταθερότερη πτώση από περίπου 2,5 στα τέλη Φεβρουαρίου, καθώς οι πολίτες άρχισαν να τηρούν μόνοι τους μέσα περιορισμού πριν τις κρατικές παρεμβάσεις. Με βάση το μοντέλο τους, ο δείκτης R δεν υποχώρησε κάτω από τη μονάδα πριν τις 8 Απριλίου.

«Έχουμε υιοθετήσει πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις», τονίζει ο καθηγητής του London School of Hygiene, Sebastian Funk. «Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση μεταξύ των δικών μας και των δικών τους μετρήσεων».

«Πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός για το πώς ερμηνεύει τις καμπύλες. Στη Γερμανία υπήρξε μεγάλη ταραχή, όταν το Ινστιτούτο Κοχ ανακοίνωσε δείκτη χαμηλότερο της μονάδας πριν την έναρξη του lockdown, με το Ινστιτούτο να αναγκάζεται να δώσει εξηγήσεις στη συνέχεια.

Πώς θα καθορίσουν το μέλλον μας οι δείκτες «R»

Παρά τις ατέλειές του, ο αριθμός R είναι ο καλύτερος διαθέσιμος δείκτης για να αποτυπωθεί η διάδοση της νόσου, οπότε οι ειδικοί δημόσιας υγείας ανά τον κόσμο θα συνεχίσουν να παρακολουθούν στενά τις μετρήσεις του, καθώς θα αίρονται τα μέτρα του lockdown.

Για παράδειγμα, το Statens Serum Institut στη Δανία ανακοίνωσε αυτή την εβδομάδα ότι ο δείκτης «R» αυξήθηκε από 0,6 σε 0,9 μετά το άνοιγμα δημοτικών σχολείων και νηπιαγωγείων στα μέσα Απριλίου.

Η μέτρηση είναι ακόμη κάτω της μονάδας, αλλά δείχνει ότι η κυβέρνηση της χώρας θα πρέπει να είναι προσεκτική σε ενδεχόμενη νέα άρση περιορισμών που θα μπορούσε να φέρει τον δείκτη πάνω από το 1, διακινδυνεύοντας έτσι να οδηγηθεί σε νέα έξαρση της επιδημίας.

Στο μέλλον, όταν και θα καταστεί διαθέσιμο ένα εμβόλιο που αποδίδει απέναντι στη νόσο Covid 19, ο δείκτης R αναμένεται να πιεστεί σημαντικά χαμηλότερα. Εάν υποθέσουμε ότι ο δείκτης «R» του κοροναϊού είναι 3, με απουσία άλλων μέτρων περιορισμού και ότι το εμβόλιο προστατεύει δυο στους τρεις, τότε μόνο ο εμβολιασμός μπορεί να οδηγήσει τον δείκτη R στη μονάδα, τονίζει ο Adam Kucharski, επιδημιολόγος στο London School of Hygiene and Tropical Medicine.

Δείτε επίσης: