Με θετικό ισοζύγιο οφέλους/κινδύνου το εμβόλιο Johnson & Johnson κατά της COVID-19 που έλαβε έγκριση σε Ευρώπη και ΗΠΑ και άρχισε από χθες να χορηγείται και στην Ελλάδα.

Τα πλεονεκτήματά του είναι ότι χρειάζεται μόνο μία δόση, δεν απαιτεί ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες φύλαξης και συντήρησης, ενώ νέα στοιχεία από μελέτη στις ΗΠΑ σε πραγματικές συνθήκες εμβολιασμού, αναφέρουν αποτελεσματικότητα που αγγίζει το 76,7% μόλις 14 ημέρες μετά την εφάπαξ χορήγηση της δόσης.

Επιπλέον, το εμβόλιο παρέχει προστασία 100% έναντι της νοσηλείας εξαιτίας της COVID-19 σε διάστημα 28 ημερών μετά την εφάπαξ δόση, βάσει στοιχείων από μελέτη φάσης ΙΙΙ.

Τα παραπάνω επισημάνθηκαν, μεταξύ άλλων, στη διαδικτυακή επιστημονική εκδήλωση με θέμα «Το μονοδοσικό εμβόλιο COVID-19 της Janssen (Johnson & Johnson)”, που διοργάνωσε χθες ο Φαρμακευτικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης. Ομιλητής ήταν ο κ. Γιώργος Βερνίκος, Therapeutic Area Head Vaccines – Janssen Greece, Cyprus & Malta, Διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Cambridge, PhD Bioinformatics & Genomics, ενώ το συντονισμό είχαν ο Πρόεδρος και ο Γραμματέας του ΦΣΘ κ.κ. Διονύσιος Ευγενίδης και Γιώργος Κιοσές.

Όπως εξήγησε ο κ. Βερνίκος, το εμβόλιο Johnson & Johnson έχει ιικό φορέα ανθρώπινο αδενοϊό τύπου 26, ενώ ένα φιαλίδιο περιλαμβάνει 5 δόσεις εμβολίου 0,5 ml.

Συστήνεται η χορήγησή του σε άτομα ηλικίας άνω των 18 ετών, ενώ προς το παρόν δεν υπάρχουν στοιχεία για τη δυνατότητα διενέργειάς του στα παιδιά και για το σκοπό αυτό είναι σε εξέλιξη σχετικές μελέτες.

Σύμφωνα με πολυκεντρική μελέτη που έγινε σε ΗΠΑ, Νότια Αφρική και Βραζιλία, η αποτελεσματικότητά του έναντι της μέτριας/σοβαρής νόσησης εκτιμάται ότι είναι της τάξεως του 66% ύστερα από 28 ημέρες από τον εμβολιασμό και για την σοβαρή/κρίσιμη νόσηση φτάνει και το 85,4%.

«Χθες είχαμε μια καινούργια μελέτη σε πραγματικές συνθήκες εμβολιασμού στις ΗΠΑ όπου υπολογίστηκε η αποτελεσματικότητα του εμβολίου Johnson & Johnson σε ποσοστό 76,7%,14 ημέρες μετά την εφάπαξ δόση.

Πρακτικά το ποσοστό αυτό επιβεβαιώνει και σε πραγματικές συνθήκες τα ποσοστά των μέχρι τώρα κλινικών μελετών», επισήμανε ο κ. Βερνίκος και πρόσθεσε ότι η προστασία του εμβολίου ξεκινά 14 ημέρες μετά τον εμβολιασμό, αλλά η διάρκειά της παραμένει άγνωστη.

Εγκυμοσύνη και εμβόλιο

Αναφορικά με την κύηση και τη γονιμότητα, υπάρχει περιορισμένη εμπειρία. Όπως τόνισε ο κ. Βερνίκος, μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα σε σχέση με εγκυμοσύνη, εμβρυακή ανάπτυξη ή μεταγεννητική ανάπτυξη. Σε κάθε περίπτωση το ενδεχόμενο χορήγησης του εμβολίου κατά την εγκυμοσύνη θα πρέπει να εξετάζεται μόνο όταν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των δυνητικών κινδύνων τόσο για τη μητέρα όσο και για το έμβρυο, ακολουθώντας πάντοτε τις επίσημες συστάσεις της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών.

Για τον θηλασμό ακόμη δεν είναι γνωστό αν εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα, ενώ όσον αφορά τη γονιμότητα, μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα.

Παρενέργειες

Σύμφωνα με τον κ. Βερνίκο, η πιο συχνή παρενέργεια του εμβολίου Johnson & Johnson είναι ο πόνος στο σημείο της ένεσης με ποσοστό 48,6%, η κεφαλαλγία με 38,9%, η κόπωση με 38,2%, η μυαλγία με 33,2% και η ναυτία με 14,29%. Συνοπτικά οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίζονται εντός 1-2 ημερών μετά τον εμβολιασμό και είναι ήπιες έως μέτριες σε σοβαρότητα και μικρής διάρκειας 1-2 ημερών.

Επιπλέον έχουν αναφερθεί περιστατικά αναφυλαξίας και για το λόγο αυτό πρέπει να υπάρχει πάντοτε άμεση διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση και παρακολούθηση για τουλάχιστον 15 λεπτά μετά τον εμβολιασμό.

Επίσης έχουν αναφερθεί σοβαρές και πολύ σπάνιες- κάτω από 1 προς 10.000-περιπτώσεις θρόμβωσης σε συνδυασμό με θρομβοπενία. Όπως ανέφερε ο κ. Βερνίκος, η συχνότητα αυτής της πολύ σπάνιας ανεπιθύμητης ενέργειας είναι 0,5 ανά 100.000 γενικού πληθυσμού που δεν έχει εμβολιαστεί, 4,5-20 ανά 100.000 πληθυσμού που νόσησε από COVID-19, 10-12 ανά 100.000 σε έγκυες γυναίκες, 2,7-40 ανά 100.000 που λαμβάνουν αντισυλληπτική θεραπεία από το στόμα και 0,09 ανά 100.000 για όσους έχουν κάνει το εμβόλιο Johnson & Johnson.

«Με τα μέχρι σήμερα δεδομένα οι μοναδικοί παράγοντες κινδύνου που φαίνεται να ξεχωρίζουν στις περιπτώσεις αυτές είναι το φύλο και η ηλικία. Τα περιστατικά που καταγράφηκαν, προέκυψαν εντός των πρώτων τριών εβδομάδων μετά τον εμβολιασμό και κυρίως σε γυναίκες ηλικίας κάτω των 60 ετών», τόνισε ο κ. Βερνίκος και συμπλήρωσε ότι «οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση για τον εντοπισμό τέτοιων συμπτωμάτων. Επίσης οι εμβολιασθέντες πρέπει να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια αν εμφανίσουν συμπτώματα όπως δύσπνοια, θωρακικό άλγος, οίδημα κάτω άκρων ή εμμένον κοιλιακό άλγος μετά τον εμβολιασμό».

Ακολουθήστε το στο Google News