Η αβεβαιότητα διαπότισε την καθημερινότητά μας όταν εισέβαλε ο SARS-CoV-2 στις ζωές μας. Τότε η επιστημονική κοινότητα επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία ότι χρειάζεται χρόνος για να ξεκλειδωθούν τα μυστικά «όπλα» του νέου κοροναϊού, με στόχο αφενός να ελεγχθεί η πανδημία και αφετέρου οι επιπλοκές της λοίμωξης COVID-19. Εκτοτε οι ειδικοί έχουν διανύσει μεγάλη απόσταση, που όμως ομοιάζει με μαραθώνιο. Κατά το διάστημα αυτό εντούτοις καταγράφηκαν αντιφατικές οδηγίες (ώσπου να αποκρυσταλλωθεί η κατάσταση), ανατροπές σε αρχικές εκτιμήσεις αλλά και επιστημονικές νίκες άνευ προηγουμένου.

Η προστασία της μάσκας

Τους πρώτους μήνες της πανδημίας οι μάσκες παρέμειναν έξω από τη ζωή μας. Αρχικά οι επιστημονικοί φορείς εξέφρασαν επιφυλάξεις για τη χρήση τους από τον γενικό πληθυσμό, αφενός επειδή η μη ορθή χρήση τους από τους πολίτες πιθανόν να οδηγούσε στο αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα και αφετέρου επειδή τα αποθέματα δεν επαρκούσαν εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης στα νοσοκομεία παγκοσμίως.

Σε δεύτερο χρόνο όμως οι συστάσεις άλλαξαν. Σταδιακά μπήκαν στις ζωές μας οι υφασμάτινες μάσκες, ως ένα συμπληρωματικό μέτρο για την αποφυγή της διασποράς του ιού, ενώ πλέον συνιστάται ακόμα και η διπλή μάσκα σε χώρους όπου παρατηρείται αυξημένος συγχρωτισμός, για καλύτερη προστασία.

Η απολύμανση επιφανειών

Κατά τους πρώτους μήνες της πανδημίας καταναλώθηκαν τόνοι απορρυπαντικών για την απολύμανση των επιφανειών, ως ένα έξτρα μέτρο προστασίας από τον ιό SARS-CoV-2. Επειτα όμως οι σχετικές συστάσεις ατόνησαν. Σε μια μελέτη που διενεργήθηκε από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο στο Tufts University στη Μασαχουσέτη, οι ερευνητές έπαιρναν καθημερινά δείγματα από εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους, προκειμένου να ανιχνεύσουν το γενετικό υλικό του ιού. Με βάση τα επίπεδα RNA του ιού και το πόσο συχνά οι άνθρωποι άγγιζαν τις επιφάνειες αυτές υπολόγισαν τον κίνδυνο λοίμωξης από μολυσμένη επιφάνεια σε λιγότερο από 5 ανά 10.000, δηλαδή είναι εφικτή αλλά σπάνια. Σύμφωνα με τους ειδικούς αυτό ίσως εξηγεί γιατί τα πρώτα μέτρα που ελήφθησαν για να ελέγξουν την πανδημία, που ήταν κυρίως η απολύμανση των επιφανειών, ήταν ελάχιστα αποτελεσματικά, ενώ οι κοινωνικές αποστάσεις, ο περιορισμός των ταξιδιών και τα lockdowns ήταν πολύ πιο αποδοτικά.

Ο ρόλος των παιδιών

Το πρώτο lockdown ξεκίνησε επισήμως με το κλείσιμο των σχολείων, τον Μάρτιο του 2020. Η απόφαση αυτή ελήφθη, μεταξύ άλλων, λόγω του ότι τότε οι ειδικοί παγκοσμίως εκτιμούσαν πως ο ρόλος των παιδιών στη μετάδοση του νέου κορωνοϊού ήταν καταλυτικός και συνεπώς επιβαρυντικός για την εξέλιξη της πανδημίας. Τι γνωρίζουμε σήμερα; Οτι τα παιδιά αποτελούν σπανιότερα το πρώτο κρούσμα σε ένα νοικοκυριό, αν και αυτό μπορεί να οφείλεται στις μειωμένες κοινωνικές επαφές που έχουν στη διάρκεια των μέτρων ή στην απουσία συμπτωμάτων. Επιπλέον, εάν ένα παιδί μολυνθεί, ο κίνδυνος σοβαρών επιπλοκών είναι πολύ μικρός. Πλέον, η επιστημονική κοινότητα εκτιμά ότι τα παιδιά δεν «οδηγούν την πανδημία». Μάλιστα και παρότι η βρετανική μετάλλαξη φάνηκε να αυξάνει τη μεταδοτικότητα στους ανηλίκους κατά 15%, οι ειδικοί απέδωσαν την αύξηση αυτή στο επιδημιολογικό φορτίο.

Τεστ στο σπίτι

Στην αρχή της πανδημίας, διεξάγονταν μόλις 800 μοριακοί έλεγχοι (PCR) την ημέρα για τη διάγνωση της λοίμωξης COVID-19 στη χώρα μας. Ωστόσο τον Μάιο ο αντίστοιχος αριθμός σκαρφάλωσε στα 4.500 τεστ, τον Ιούνιο στα 6.500, ενώ τον Αύγουστο διεξάγονταν καθημερινά κατά μέσο όρο 18.000 τεστ για τον κορωνοϊό. Σε κάθε περίπτωση σήμερα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική, καθώς υπάρχουν ημέρες που οι έλεγχοι στη χώρα μας (PCR και rapid tests) ξεπερνούν ακόμα και τους 75.000 σε διάστημα ενός 24ώρου. Πρόσφατα όμως εντάχθηκε στην καθημερινότητα των μαθητών αλλά και των εργαζομένων στο Δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα ένα ακόμα εργαλείο, και συγκεκριμένα το self test, προσφέροντας τη δυνατότητα ταχείας διάγνωσης στο σπίτι.

Η μάχη των εμβολίων

Από την αρχή της πανδημίας δόθηκε έμφαση στην ανάγκη εύρεσης ενός εμβολίου – ή καλύτερα πολλών εμβολίων – έναντι της COVID-19. Εντούτοις υπήρξαν προειδοποιήσεις από επιστήμονες εντός και εκτός της χώρας ότι η ανθρωπότητα θα πρέπει να κάνει υπομονή έως το καλοκαίρι του 2021, καθώς οι ίδιες φωνές εκτιμούσαν ότι θα ήταν αδύνατον να δημιουργηθεί, να ελεγχθεί, να εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές και να παραχθεί σε μαζικές δόσεις ένα εμβόλιο νωρίτερα. Οι συντηρητικές, πλην όμως βάσιμες, δεδομένων των προηγούμενων εμπειριών, εκτιμήσεις τελικά διαψεύστηκαν καθώς οι εμβολιασμοί ξεκίνησαν ήδη (έστω και συμβολικά) τον Δεκέμβριο του 2020, με τις ταχύτητες των εμβολιαστικών προγραμμάτων ανά τον κόσμο να αυξάνονται σταδιακά το 2021. Επιβεβαιώθηκαν όμως οι ανησυχίες πως τα εμβόλια δεν θα είναι διαθέσιμα σε όλους, καθώς οι τρίτες χώρες παραμένουν τελευταίες στην κούρσα της ανοσίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ

Ακολουθήστε το στο Google News