Η διαφορά στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ ανδρών και γυναικών πρόκειται για ένα διαχρονικό μοτίβο: στις ΗΠΑ, οι άνδρες ζουν κατά μέσο όρο περίπου 5 χρόνια λιγότερο από τις γυναίκες (76 έναντι 81 έτη). Παρά τις προόδους στην ιατρική και τη δημόσια υγεία, το χάσμα αυτό δεν έχει περιοριστεί και τα αίτια παραμένουν αντικείμενο διερεύνησης.
Ενώ άλλοι την αποδίδουν σε εξελικτικούς βιολογικούς μηχανισμούς και άλλοι σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως ο τρόπος ζωής, νέα εικοσαετής ανάλυση, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open, επισημαίνει ότι το χάσμα επιμένει ακόμη και όταν λαμβάνονται υπόψη ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορικών, κλινικών και κοινωνικοδημογραφικών παραγόντων.
Πώς διεξήχθη η εικοσαετής ανάλυση
Η ομάδα των ερευνητών ανέλυσε δεδομένα από περίπου 47.000 ενήλικες στις ΗΠΑ που συμμετείχαν στο National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES) κατά την περίοδο 1999–2016. Τα στοιχεία αυτά συνδέθηκαν με το National Death Index έως το τέλος του 2018, επιτρέποντας την παρακολούθηση της θνησιμότητας σε βάθος χρόνου.
Οι ερευνητές εξέτασαν τόσο τη συνολική θνησιμότητα όσο και τις εννέα κυριότερες αιτίες θανάτου, όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, κακοήθειες, ακούσιους τραυματισμούς και Αλτσχάιμερ.
Παράλληλα, διερεύνησαν τις διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών αφού πρώτα προσαρμόστηκαν για ένα ευρύ φάσμα παραγόντων: ηλικία, φυλή και εθνικότητα, κάπνισμα και κατανάλωση αλκοόλ, χρόνιες παθήσεις όπως διαβήτης και υπέρταση, αυτοαξιολόγηση της υγείας, πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, επίπεδο εκπαίδευσης και εισόδημα, οικογενειακή κατάσταση, ασφαλιστική κάλυψη, παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με το επάγγελμα, φυσική δραστηριότητα και δείκτη μάζας σώματος.
Γιατί παραμένει το χάσμα ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες;
Σύμφωνα με την ανάλυση, ακόμη και μετά την προσαρμογή για όλους τους συμπεριφορικούς, κλινικούς και κοινωνικοδημογραφικούς παράγοντες, η διαφορά στη θνησιμότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών παρέμεινε έντονη. Συγκεκριμένα, οι άνδρες εμφάνισαν 63% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από κάθε αιτία σε σύγκριση με τις γυναίκες.
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, αυτό το εύρημα υποδηλώνει ότι μπορεί να υπάρχει μια βαθύτερη, εγγενής διάσταση. Αν και δεν συμπεριέλαβαν άμεσα βιολογικούς δείκτες στην ανάλυση, προτείνουν ότι παράγοντες όπως οι ορμόνες του φύλου, τα χρωμοσώματα Χ και Υ, αλλά και οι ανοσολογικές αποκρίσεις, μπορεί να σχετίζονται με τις διαφορές στα ποσοστά επιβίωσης.
Η απάντηση πιθανότατα είναι ένας συνδυασμός παραγόντων, επισημαίνουν, κάνοντας λόγο για μια «πολύπλοκη αλληλεπίδραση γενετικής, περιβάλλοντος και εξελικτικών πιέσεων».
Προσδόκιμο ζωής vs. ποιότητας ζωής
Οι ερευνητές τονίζουν ότι, παρότι οι γυναίκες ζουν περισσότερο, συχνά ζουν με περισσότερα προβλήματα υγείας και αναπηρίες. Στη μελέτη, οι συμμετέχουσες δήλωσαν «εξαιρετική» υγεία πολύ λιγότερο συχνά από τους άνδρες συμμετέχοντες.
Σε κάθε περίπτωση, η νέα ανάλυση δείχνει ότι, ακόμη και όταν ληφθούν υπόψη σχεδόν όλοι οι μετρήσιμοι εξωτερικοί παράγοντες, οι άνδρες εξακολουθούν να έχουν σημαντικά υψηλότερη θνησιμότητα από τις γυναίκες. Σύμφωνα με τους ερευνητές, παρόμοιες τάσεις έχουν παρατηρηθεί διεθνώς, αν και με λιγότερο αυστηρές αναλύσεις. Η επιβεβαίωση του φαινομένου σε διαφορετικές χώρες και πολιτισμικά πλαίσια θα ενίσχυε την υπόθεση της βιολογικής βάσης.