Η υπνική άπνοια έχει συνδεθεί με κόπωση, μειωμένη συγκέντρωση και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Όμως νέα επιστημονικά δεδομένα αποκαλύπτουν ότι οι επιπτώσεις της μπορεί να είναι βαθύτερες…
Πρόσφατη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Sleep and Breathing, δείχνει μια ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στην αποφρακτική υπνική άπνοια και στη μειωμένη ποιότητα του σκελετικού μυός. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η πάθηση αυτή μπορεί να σχετίζεται με την μυϊκή εξασθένιση που συνήθως αποδίδουμε στη γήρανση, ένας κίνδυνος που συχνά περνά απαρατήρητος.
Τι γνωρίζουμε για την υπνική άπνοια
Εκτιμάται ότι 936 εκατομμύρια ενήλικες ηλικίας 30 έως 69 ετών παγκοσμίως ζουν με αποφρακτική υπνική άπνοια. Η πάθηση εκδηλώνεται όταν ο ανώτερος αεραγωγός κλείνει επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του ύπνου, οδηγώντας σε μικρές παύσεις στην αναπνοή, πτώση των επιπέδων οξυγόνου και συχνές αφυπνίσεις.
Είναι γνωστό ότι επηρεάζει την εγρήγορση, τη μνήμη, την καρδιά και το αναπνευστικό. Η νέα μελέτη, όμως, δείχνει ότι μπορεί να επηρεάζει και τη μυοσκελετική υγεία, αυξάνοντας τον κίνδυνο για κατάγματα, μειωμένη δύναμη και χαμηλότερη ποιότητα ζωής.
Τι έδειξε η μελέτη για την υπνική άπνοια
Για να εξετάσουν τη σχέση ανάμεσα στην υπνική άπνοια και τη μυϊκή υγεία, οι ερευνητές ανέλυσαν αξονικές τομογραφίες συμμετεχόντων που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί για άλλους ιατρικούς λόγους. Έτσι, μπόρεσαν να αξιολογήσουν την οστική πυκνότητα και τη σύσταση των μυών χωρίς να υποβάλουν τους ασθενείς σε επιπλέον εξετάσεις.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα άτομα με αποφρακτική υπνική άπνοια παρουσίαζαν χαμηλότερη πυκνότητα σκελετικών μυών.
Όπως αναφέρουν, «η αποφρακτική υπνική άπνοια είναι πολλά περισσότερα από το ροχαλητό. Χωρίς έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία, μπορεί να οδηγήσει σε μια σειρά επιπλοκών, συμπεριλαμβανομένης της μειωμένης μυϊκής λειτουργίας, ακόμη και της απώλειας αυτονομίας». Ο συνδυασμός δεδομένων ύπνου, απεικόνισης και ιατρικών φακέλων μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό ομάδων υψηλού κινδύνου και στη δημιουργία πιο στοχευμένων στρατηγικών πρόληψης.
Η μελέτη αυτή έρχεται να συμπληρώσει προηγούμενη έρευνα της ίδιας ομάδας, δημοσιευμένη στο Scientific Reports, η οποία είχε συνδέσει την υπνική άπνοια με μειωμένη οστική πυκνότητα.
Οι προειδοποιητικές ενδείξεις
Τα συμπτώματα της υπνικής άπνοιας συχνά περνούν απαρατήρητα από το ίδιο το άτομο και γίνονται αντιληπτά πρώτα από τον σύντροφο. Τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια περιλαμβάνουν έντονο ροχαλητό, επεισόδια όπου η αναπνοή σταματά ή γίνεται πολύ ρηχή, καθώς και αφυπνίσεις με αίσθημα πνιγμού ή λαχάνιασμα. Πολλοί άνθρωποι αναφέρουν επίσης ανήσυχο ύπνο, συχνές διακοπές μέσα στη νύχτα, ξηροστομία ή πονόλαιμο το πρωί.
Στην καθημερινότητα, η υπνική άπνοια εκδηλώνεται με υπερβολική υπνηλία, δυσκολία συγκέντρωσης, ευερεθιστότητα και μεταπτώσεις στη διάθεση. Πολλοί μπορεί να ξυπνούν με πονοκέφαλο που μπορεί να διαρκέσει αρκετές ώρες, ενώ η πάθηση συνδέεται συχνά και με αυξημένη αρτηριακή πίεση.
Παράγοντες κινδύνου
Σύμφωνα με το Harvard Medical School, ο κίνδυνος εμφάνισης αποφρακτικής υπνικής άπνοιας επηρεάζεται από μια σειρά παραγόντων, ορισμένοι εκ των οποίων είναι κληρονομικοί, ενώ άλλοι σχετίζονται με την ηλικία ή τον τρόπο ζωής.
Η παχυσαρκία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου, καθώς περίπου τα δύο τρίτα των ατόμων με υπνική άπνοια είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Το οικογενειακό ιστορικό υπνικής άπνοιας ή έντονου ροχαλητού αυξάνει επίσης την πιθανότητα εμφάνισης της πάθησης. Ανατομικά χαρακτηριστικά, όπως μικρή κάτω γνάθος, μπορούν να περιορίσουν τον αεραγωγό και να δυσκολέψουν την αναπνοή κατά τη διάρκεια του ύπνου.
Οι άνδρες την εμφανίζουν συχνότερα, ενώ στις γυναίκες ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά μετά την εμμηνόπαυση. Η μεγάλη περίμετρος λαιμού και οι διογκωμένες αμυγδαλές αποτελούν επίσης παράγοντες που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο.