Η αναβλητικότητα συχνά παρουσιάζεται ως έλλειψη πειθαρχίας ή αδυναμία οργάνωσης. Η ψυχολογία όμως, δείχνει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και πολύ πιο… ανθρώπινη. Νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι όσοι αναβάλλουν συστηματικά δεν στερούνται οράματος, φιλοδοξιών ή ικανότητας να φανταστούν το μέλλον τους. Αντίθετα, κουβαλούν ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος: έναν έντονο φόβο αποτυχίας που ενεργοποιείται κυρίως όταν οι στόχοι πλησιάζουν χρονικά.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Psychological Reports, δείχνει ότι οι άνθρωποι που έχουν την τάση να αναβάλλουν δεν υστερούν σε φαντασία ή ικανότητα να οραματιστούν το μέλλον τους. Θέτουν προσωπικούς, ουσιαστικούς στόχους και μπορούν να φανταστούν με λεπτομέρεια την επίτευξή τους, ακριβώς όπως κάνουν και όσοι δεν είναι αναβλητικοί. Εκεί που διαφέρουν είναι στο συναίσθημα, βιώνουν δηλαδή μεγαλύτερο άγχος απέναντι στην πιθανότητα αποτυχίας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για στόχους με άμεσες προθεσμίες.

Το πείραμα με έξι προσωπικούς στόχους και δύο χρονικούς ορίζοντες

Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν αν οι άνθρωποι που τείνουν να αναβάλλουν δυσκολεύονται να δημιουργήσουν ζωντανές νοητικές εικόνες για το μέλλον, ειδικά όταν πρόκειται για τους δικούς τους προσωπικούς στόχους.

Στη μελέτη συμμετείχαν 111 φοιτητές από το Ηνωμένο Βασίλειο. Κάθε συμμετέχων κατέγραψε έξι προσωπικούς στόχους: τρεις βραχυπρόθεσμους (εντός ενός μήνα) και τρεις μακροπρόθεσμους (τουλάχιστον έξι μήνες). Για κάθε στόχο, αξιολόγησαν τη σημασία του, την πιθανότητα επιτυχίας, τον βαθμό δυσκολίας, τον έλεγχο που ένιωθαν ότι έχουν και την πιθανότητα να τον αποφύγουν.

Στη συνέχεια, φαντάστηκαν ότι πέτυχαν κάθε στόχο και περιέγραψαν αυτή τη μελλοντική στιγμή, αξιολογώντας τις αισθητηριακές λεπτομέρειες και την αίσθηση «νοητικού ταξιδιού στο χρόνο». Τέλος, κατέγραψαν τα συναισθήματά τους: πόση χαρά θα ένιωθαν αν πετύχαιναν τον στόχο, πόση απογοήτευση αν αποτύγχαναν και πόσο άγχος ένιωθαν τώρα, απλώς σκεπτόμενοι την πιθανότητα αποτυχίας.

Οι αναβλητικοί βλέπουν τους στόχους τους ως πιο δύσκολους αλλά εξίσου σημαντικούς

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν υψηλές βαθμολογίες αναβλητικότητας ανέφεραν μεγαλύτερη τάση αποφυγής των στόχων τους, τόσο των βραχυπρόθεσμων όσο και των μακροπρόθεσμων. Δήλωσαν επίσης ότι σκόπευαν να καταβάλουν λιγότερη προσπάθεια και ότι θεωρούσαν τους στόχους τους πιο δύσκολους και λιγότερο πιθανό να επιτευχθούν.

Ωστόσο, αξιολόγησαν τους στόχους τους ως εξίσου σημαντικούς με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες και ανέμεναν την ίδια χαρά σε περίπτωση επιτυχίας.

Παράλληλα οι νοητικές εικόνες των αναβλητικών συμμετεχόντων ήταν το ίδιο λεπτομερείς και ζωντανές με εκείνες των μη αναβλητικών. Δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι δυσκολεύονται να φανταστούν το μέλλον τους ή να δημιουργήσουν πλούσιες νοητικές προσομοιώσεις, σύμφωνα με τους ερευνητές. Αυτό πιθανότατα υποδηλώνει ότι η αναβλητικότητα δεν σχετίζεται με αδυναμία οραματισμού, αλλά με κάτι βαθύτερο και πιο συναισθηματικό.

Η αναβλητικότητα «κρύβεται» πίσω από το άγχος της αποτυχίας

Η μεγάλη διαφορά έγκειται στο άγχος, σύμφωνα με τα ευρήματα. Οι αναβλητικοί ένιωθαν πολύ μεγαλύτερη ανησυχία όταν σκέφτονταν την πιθανότητα αποτυχίας και αυτό το άγχος ήταν εντονότερο για τους βραχυπρόθεσμους στόχους.

Παρότι οι μακροπρόθεσμοι στόχοι θεωρούνται συχνά πιο σημαντικοί, οι άμεσες προθεσμίες φαίνεται να ενεργοποιούν πιο έντονα συναισθήματα, οδηγώντας τους τελικά σε ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι ίσως πρέπει να προσεγγίσουμε την αναβλητικότητα ως ζήτημα «συναισθηματικής προσμονής», της συναισθηματικής αντίδρασης δηλαδή που προκαλεί η σκέψη ενός μελλοντικού αποτελέσματος. Το άγχος της αποτυχίας μπορεί να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της αναβλητικότητας, εξίσου σημαντικό με την παρορμητικότητα ή την υποτίμηση των μελλοντικών ανταμοιβών.