Ζούμε σε μια εποχή όπου η υγεία δεν διακρίνεται πια σε «σωματική» και «ψυχική». Οι δύο πτυχές της «επικοινωνούν» διαρκώς μεταξύ τους, συχνά με τρόπους που δεν αντιλαμβανόμαστε άμεσα. Για όσους ζουν με αυτοάνοσα νοσήματα, αυτή η αλληλεπίδραση γίνεται ακόμη πιο εμφανής. Η φλεγμονή στο σώμα μπορεί να μην δεν εκδηλώνεται μόνο με πόνο ή κόπωση, αλλά συχνά να αφήνει το αποτύπωμά της στη διάθεση, στην ενέργεια, ακόμη και στην ψυχική αντοχή.
Μια νέα, μεγάλης κλίμακας μελέτη από το Ηνωμένο Βασίλειο έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που πολλοί ασθενείς περιγράφουν εδώ και χρόνια. Αναλύοντας δεδομένα από περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο ενήλικες, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα αυτοάνοσα νοσήματα φαίνεται να συνδέονται με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για κατάθλιψη και άγχος, ακόμη και όταν λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως ο χρόνιος πόνος, η κοινωνική απομόνωση ή το εισόδημα.
Τι αποκάλυψε η μελέτη
Η έρευνα αξιοποίησε το πρόγραμμα Our Future Health, μια τεράστια εθνική πρωτοβουλία που συγκεντρώνει λεπτομερή στοιχεία υγείας από εθελοντές σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο. Από το σύνολο των συμμετεχόντων, περίπου 38.000 άτομα ανέφεραν ότι ζουν με ένα από τα έξι αυτοάνοσα νοσήματα που εξετάστηκαν: ρευματοειδή αρθρίτιδα, λύκο, πολλαπλή σκλήρυνση, ψωρίαση, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου ή νόσο Graves. Οι υπόλοιποι συμμετέχοντες αποτέλεσαν μια τεράστια ομάδα ελέγχου, αντιπροσωπευτική του γενικού πληθυσμού.
Όλοι συμπλήρωσαν εκτενή ερωτηματολόγια σχετικά με το ιστορικό τους, τις συνήθειες ζωής και τυχόν διαγνώσεις κατάθλιψης, άγχους ή διπολικής διαταραχής. Παράλληλα, απάντησαν σε ψυχιατρικές κλίμακες που αποτύπωναν την τρέχουσα συναισθηματική τους κατάσταση, επιτρέποντας στους ερευνητές να εξετάσουν τόσο το ιστορικό όσο και τη τρέχουσα εικόνα της ψυχικής τους υγείας.
Τι παρατηρήθηκε στην ομάδα με τα αυτοάνοσα
Οι ερευνητές διαπίστωσαν μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε όσους ζουν με αυτοάνοσο και στον γενικό πληθυσμό. Σχεδόν τρεις στους δέκα συμμετέχοντες με αυτοάνοσο νόσημα είχαν λάβει κάποια στιγμή στη ζωή τους διάγνωση κατάθλιψης, άγχους ή διπολικής διαταραχής (29%), ενώ στο γενικό δείγμα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν περίπου 18%.
Η εικόνα παρέμενε σταθερή ανεξάρτητα από το είδος του αυτοάνοσου. Η κατάθλιψη είχε εμφανιστεί σε ποσοστό άνω του 25% στην ομάδα των αυτοάνοσων, έναντι 15% στον γενικό πληθυσμό. Οι αγχώδεις διαταραχές καταγράφονταν στο 21% έναντι 12%. Ακόμη και η διπολική διαταραχή, που είναι γενικά σπάνια, εμφανιζόταν σχεδόν με διπλάσια συχνότητα στους συμμετέχοντες με αυτοάνοσο.
Παρόμοια ήταν η εικόνα και στα τρέχοντα συμπτώματα. Σχεδόν ένας στους πέντε στην ομάδα των αυτοάνοσων εμφάνιζε ενεργά σημάδια κατάθλιψης τη στιγμή της έρευνας (19%), ενώ στο γενικό πληθυσμό το ποσοστό αυτό δεν ξεπερνούσε το 10%. Τα επίπεδα άγχους ήταν επίσης σημαντικά αυξημένα.
Πέρα από τον πόνο
Γνωρίζοντας ότι ο χρόνιος πόνος και η κοινωνική απομόνωση μπορούν από μόνοι τους να επιβαρύνουν την ψυχική υγεία, οι ερευνητές δημιούργησαν στατιστικά μοντέλα που λάμβαναν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, η εθνικότητα, το εισόδημα, η παρουσία χρόνιου πόνου και η συχνότητα κοινωνικών επαφών.
Ακόμη και μετά από αυτές τις προσαρμογές, ο κίνδυνος εμφάνισης κατάθλιψης, άγχους ή διπολικής διαταραχής παρέμενε περίπου 50% υψηλότερος για όσους ζούσαν με αυτοάνοσο νόσημα. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η συστηματική φλεγμονή μπορεί να δημιουργεί μια γενικευμένη ευαλωτότητα σε διαταραχές της διάθεσης, χωρίς να οδηγεί απαραίτητα σε μία συγκεκριμένη ψυχική νόσο.
Τι δεν μπορεί να απαντήσει η μελέτη για τα αυτοάνοσα
Παρά το τεράστιο δείγμα, η έρευνα παραμένει παρατηρητική. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποδείξει ότι η φλεγμονή ευθύνεται για τις ψυχικές διαταραχές. Οι ερευνητές δεν είχαν πρόσβαση σε χρονολογικά δεδομένα για το πότε ακριβώς εμφανίστηκε κάθε διάγνωση, επομένως δεν γνωρίζουμε αν το αυτοάνοσο προηγήθηκε της ψυχικής διαταραχής ή το αντίστροφο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κατάθλιψη μπορεί να είχε εκδηλωθεί χρόνια πριν εμφανιστούν τα πρώτα σωματικά συμπτώματα.
Επιπλέον, η μελέτη βασίστηκε αποκλειστικά σε αυτοαναφερόμενες πληροφορίες. Χωρίς πρόσβαση σε ιατρικούς φακέλους ή κλινικές συνεντεύξεις, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο ανακριβειών στις αναφορές των συμμετεχόντων. Ωστόσο, η συνέπεια των ευρημάτων σε τόσο μεγάλο δείγμα ανοίγει τον δρόμο για πιο στοχευμένες μελλοντικές έρευνες.