Μετά από μια μακρά περίοδο νηστείας, τα πλούσια εδέσματα της Λαμπρής αποτελούν μια μικρή γαστρονομική πρόκληση για τον οργανισμό. Η επιστροφή στις πιο πληθωρικές και λιπαρές τροφές χρειάζεται να γίνει σταδιακά και με μέτρο, ώστε να απολαύσουμε τις παραδοσιακές γεύσεις στο πασχαλινό τραπέζι, χωρίς να επιβαρύνουμε το σώμα μας.
Τι πιεριλαμβάνει συνήθως το πασχαλινό τραπέζι;
Hπερίοδος της Σαρακοστής χαρακτηρίζεται από την απουσία ζωικών προϊόντων, ψαριών, γαλακτοκομικών και αβγών από την καθημερινότητα όσων νηστεύουν. Μιλάμε, για μια διατροφή πιο «ελαφριά», με λιγότερα κορεσμένα λίπη, ζωικές τοξίνες και αλάτι, πιο φιλική, δηλαδή, για το γαστρεντερικό μας σύστημα. Στον αντίποδα, τα πασχαλινά τραπέζια περιλαμβάνουν παραδοσιακά φαγητά, όπως μαγειρίτσα, αρνί, κοκορέτσι, γλυκά και αλκοόλ.
Αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα λοιπόν ότι η απότομη μετάβαση από τη νηστεία στο εορταστικό φαγοπότι μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα. Ακόμα κι αν κάποιος δεν έχει νηστέψει καθ’ όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής αλλά μόνο τη Μεγάλη Εβδομάδα, θα πρέπει να είναι προσεκτικός. Είναι σημαντικό αυτό το διατροφικό πέρασμα από τη νηστεία στο αναστάσιμο δείπνο του Μεγάλου Σαββάτου και το τραπέζι της Κυριακής του Πάσχα να γίνει με ήπιο τρόπο. Για να μην έχουμε λοιπόν προβλήματα με φουσκώματα, δυσπεψίες –ειδικά τα άτομα που αντιμετωπίζουν ήδη θέματα υγείας–, ας δούμε πώς πρέπει να κινηθούμε διατροφικά:
Η μετάβαση του Μεγάλου Σαββάτου
Το μεσημέρι τρώμε κάτι ελαφρύ, με δεδομένο ότι το βράδυ θα ακολουθήσει το αναστάσιμο δείπνο. Έτσι, μια σαλάτα με ένα παξιμάδι και λίγες ελιές (ή με τυρί ή τόνο αν δεν νηστεύουμε) μπορεί να προετοιμάσει τον οργανισμό μας για το βράδυ χωρίς να μας φουσκώσει. Το απόγευμα καλό είναι να τρώμε σπαστά, ανά δύο ώρες, κάποια σνακ, π.χ., φρούτα ή ανάλατους ξηρούς καρπούς, για να διατηρούμε υπό έλεγχο την πείνα μας. Το βράδυ της Ανάστασης:
1. Περιοριζόμαστε σε ένα μέτριο πιάτο μαγειρίτσα, χωρίς να το συνοδεύσουμε με κάποιο κρέας που πιθανόν να υπάρχει στο τραπέζι. Αν δεν θέλουμε μαγειρίτσα, τρώμε κάποιο κρεατικό, πάντα με σαλάτα.
2. Για γλυκό, προτιμάμε ένα μικρό κομμάτι τσουρέκι ή ένα-δύο κουλουράκια.
3. Δεν καταναλώνουμε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ. Ένα ποτήρι κρασί είναι αρκετό με δεδομένο ότι την Κυριακή του Πάσχα συνήθως υπάρχει συνέχεια.
4. Δεν ξαπλώνουμε αμέσως μετά το φαγητό.
Κυριακή του Πάσχα
Τρώμε μία φέτα τσουρέκι ή δύο κουλουράκια με τον πρωινό καφέ ή το γάλα μας και αποφεύγουμε το τσιμπολόγημα μέχρι να έρθει η ώρα του φαγητού.
Κατά το γεύμα:
1. Τρώμε από όλα τα καλούδια που υπάρχουν στο τραπέζι, τα οποία όμως σερβίρουμε εξαρχής στο πιάτο μας για να ελέγχουμε τις ποσότητες.
2. Αφήνουμε πάντα χώρο για τη σαλάτα.
3. Αφαιρούμε την πέτσα από το αρνί ή το κατσίκι.
4. Δεν το παρακάνουμε με το αλκοόλ, ιδιαίτερα εάν πρόκειται να οδηγήσουμε.
5. Το βράδυ αποφεύγουμε το φαγητό και αρκούμαστε σε μια σαλάτα ή μια φρουτοσαλάτα με γιαούρτι.
Φουσκώματα μετά το πασχαλινό τραπέζι
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα πιο συχνά περιστατικά που συναντά κανείς την Κυριακή του Πάσχα και τις επόμενες ημέρες είναι τα γαστρεντερικά, κυρίως φουσκώματα, μετεωρισμοί, δυσπεψίες και δυσκοιλιότητα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι κατά τη νηστεία το διαιτολόγιο είναι φτωχό σε ζωικά λίπη, τα οποία μειώνουν και επιβραδύνουν σημαντικά το ρυθμό κένωσης του στομάχου, ενώ παράλληλα η αυξημένη πρόσληψη υδατανθράκων, κυρίως υπό τη μορφή φυτικών ινών, αυξάνει τόσο την ταχύτητα διέλευσης των τροφών από το στομάχι όσο και την κινητικότητα του εντέρου. Γίνεται εύκολα λοιπόν αντιληπτό ότι με το απότομο πέρασμα από ένα τέτοιου τύπου διαιτολόγιο στα ζωικά λίπη του εορταστικού τραπεζιού προκύπτει πρόβλημα στη λειτουργία του γαστρεντερικού σωλήνα. Τα λιπαρά εμποδίζουν την κένωση του στομάχου, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση τροφών, η οποία σε συνδυασμό με τη μειωμένη κατανάλωση φυτικών ινών προκαλεί έντονα φουσκώματα, δυσκοιλιότητα και επιγαστρικό άλγος.
Παράλληλα, η περιεκτικότητα του πασχαλινού τραπεζιού σε κόκκινα κρέατα, εντόσθια και γλυκάδια, σε συνδυασμό με την αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να αυξήσει σημαντικά τα επίπεδα ουρικού οξέος στον οργανισμό. Ιδιαίτερα σε άτομα με προδιάθεση ή με ήδη υπάρχουσα υπερουριχαιμία, δεν αποκλείεται να οδηγήσει σε οξέα επεισόδια ουρικής αρθρίτιδας.
Επίσης, η μετάβαση από ένα διαιτολόγιο πλούσιο σε ίνες σε ένα πιο δύσπεπτο, κυρίως λόγω του περιεχομένου του σε λιπαρά αλλά και της ποσότητας της τροφής, αυξάνει τις ανάγκες για αιμάτωση του γαστρεντερικού σωλήνα, με επακόλουθο τη μεγαλύτερη επιβάρυνση της καρδιακής λειτουργίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αυξημένη περιεκτικότητα σε νάτριο και αλάτι των τροφών που καταναλώνονται στο εορταστικό τραπέζι, μπορεί να δημιουργήσει οξύτατα προβλήματα σε άτομα με καρδιαγγειακές παθήσεις, όπως καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση κ.ά.
Κατά συνέπεια, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή τις ημέρες του Πάσχα, καθώς η μετάβαση από τη νηστεία στο εορταστικό τραπέζι θα πρέπει να είναι ομαλή.
*Ο Χάρης Γεωργακάκης είναι κλινικός διαιτολόγος-διατροφολόγος, MSc στην Κλινική Διατροφή