Η σκέψη σε βάθος συχνά συνοδεύεται από ένα αίσθημα δυσφορίας και μια πρόσφατη ψυχολογική μελέτη επιχειρεί να εξηγήσει γιατί συμβαίνει αυτό. Σύμφωνα με τα ευρήματα της εν λόγω μελέτης, το δυσάρεστο συναίσθημα που νιώθουμε όταν μια εύκολη, διαισθητική απάντηση δεν μας φαίνεται σωστή, δηλαδή η αμφιβολία, παίζει καθοριστικό ρόλο στο να μας ωθήσει σε πιο απαιτητική, αναλυτική σκέψη.
Με άλλα λόγια, η αμφιβολία δεν είναι απλώς μια σκέψη, αλλά ένα έντονο συναίσθημα που λειτουργεί σαν «συναγερμός» για τον εγκέφαλο.
Η ψυχολογία συνήθως διακρίνει τη σκέψη σε δύο συστήματα. Το πρώτο είναι η διαίσθηση, η οποία λειτουργεί γρήγορα, αυτόματα και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Το δεύτερο είναι η αναλυτική σκέψη, που απαιτεί συνειδητή προσπάθεια, λογική επεξεργασία και περισσότερη ενέργεια.
Επειδή η δεύτερη διαδικασία είναι πιο δύσκολη για τον εγκέφαλο, οι άνθρωποι τείνουν να βασίζονται στη διαίσθηση, εκτός αν υπάρχει κάποιος λόγος να την αμφισβητήσουν.
Τι έδειξε η έρευνα για την αμφιβολία
Οι ερευνητές στη συγκεκριμένη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Thinking & Reasoning πρότειναν ότι αυτός ο λόγος δεν είναι απλώς μια ουδέτερη αξιολόγηση του αν μια σκέψη είναι σωστή ή λάθος, αλλά ένα αρνητικό συναίσθημα. Όταν η διαίσθηση αποτυγχάνει να δώσει μια πειστική απάντηση, δημιουργείται μια εσωτερική σύγκρουση. Αυτή η σύγκρουση προκαλεί αίσθημα αμφιβολίας, το οποίο συνοδεύεται από δυσφορία, σύγχυση ή και άγχος. Έτσι, η αναλυτική σκέψη ενεργοποιείται ως ένας τρόπος να απαλλαγούμε από αυτή την ψυχική ένταση.
Σύγκρουση διαίσθησης με λογική
Για να εξετάσουν αυτή την υπόθεση, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν λογικά προβλήματα που έφερναν σε σύγκρουση τη διαίσθηση με τη λογική. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η προφανής απάντηση δεν ήταν λογικά σωστή, δημιουργώντας ένα «κρυφό» λάθος. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν γρήγορα και στη συνέχεια να αξιολογήσουν πώς ένιωθαν. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσο πιο έντονη ήταν η αμφιβολία που ένιωθαν, τόσο πιο πιθανό ήταν να αφιερώσουν χρόνο για να ξανασκεφτούν το πρόβλημα.
Επιπλέον, όταν η αμφιβολία ήταν ήπια, οι συμμετέχοντες συχνά απλώς δικαιολογούσαν την αρχική τους απάντηση χωρίς να την αλλάξουν. Αντίθετα, όταν το συναίσθημα ήταν έντονο, προχωρούσαν σε βαθύτερη ανάλυση και συχνά κατέληγαν σε διαφορετικό συμπέρασμα. Αυτό δείχνει ότι η ένταση του συναισθήματος επηρεάζει το βάθος της σκέψης.
Τα αρνητικά συναισθήματα δεν είναι πάντα εμπόδιο. Αντίθετα, μπορεί να αποτελούν βασικό μηχανισμό που μας βοηθά να ξεπερνάμε γνωστικές προκαταλήψεις και να σκεφτόμαστε πιο κριτικά. Έτσι, η ικανότητα να αντέχουμε την αμφιβολία και τη δυσφορία ίσως είναι θεμελιώδης για τη λήψη σωστών αποφάσεων στην καθημερινή ζωή.