Το δίλημμα είναι πάντα βασανιστικό. Όταν το μπάτζετ περιορίζεται (δηλαδή μονίμως), πρέπει να διαλέξει κανείς: Μία εβδομάδα road-trip με άγνωστο προορισμό ή μια καινούργια τηλεόραση; Εφτά μέρες μακριά από το σπίτι ή μια συσκευή για αμέτρητες ταινίες και σειρές; Στο ταξίδι πολλά μπορούν να συμβούν: γνωριμίες με ενδιαφέροντες τύπους που δεν συναντά κανείς στην καθημερινότητα, απρόοπτα που θα σε αναγκάσουν να αλλάξεις τον τρόπο που σκέφτεσαι, ένα σκασμένο λάστιχο σε ένα απομακρυσμένο χωριό, μια κράτηση σε ένα ξενοδοχείο που τελικά δεν ισχύει οπότε πρέπει να βρεθεί λύση για τη νύχτα, ένα χαμένο δρομολόγιο πλοίου που σε αναγκάζει να περάσεις μια ολόκληρη μέρα σε ένα απίθανο λιμάνι και να ανακαλύψεις παραλίες που αλλιώς θα προσπερνούσες. 

Η τηλεόραση από την άλλη θα είναι πολύ χρήσιμη παρέα τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Η επιλογή ανάμεσα σε μια εμπειρία και ένα υλικό αγαθό είναι μια σπαζοκεφαλιά και ό,τι και αν τελικά διαλέξει κανείς, πάντα θα έχει την ανασφάλεια ότι θα έπρεπε να είχε πάρει διαφορετική απόφαση. Ωστόσο, κάνοντας μια εκτίμηση του παρελθόντος, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: αυτό που θυμούνται όλοι είναι οι δυνατές εμπειρίες, όχι ένα ωραίο αντικείμενο που είχαν στα χέρια τους. Ακόμα και μια αναδρομή στα παιδικά χρόνια είναι ενδεικτική. Η ανάμνηση ενός ακριβού παιχνιδιού είναι λιγότερο δυνατή από τα ξενύχτια με τα ξαδέρφια στο σπίτι της γιαγιάς. Το έδειξαν και έρευνες, όπου φάνηκε ότι οι εμπειρίες προκαλούν στους ανθρώπους μεγαλύτερη χαρά για ένα βασικό λόγο: είναι πιο προσωπικές και εξατομικευμένες και έτσι δεν μπορούν να συγκριθούν με τις εμπειρίες άλλων προσώπων (ενώ, αντίθετα, μια καινούργια τσάντα ή ένα άρωμα μπορεί να τα αγοράσει και μια συνάδελφος). 

Σύμφωνα με την έρευνα του καθηγητή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κορνέλ των Η.Π.Α. δρ. Τhomas Gilovich, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Journal of Personality and Social Psychology», ακόμα και αν και άλλοι άνθρωποι έχουν πάει διακοπές στο ίδιο μέρος με εμάς, δεν παύουμε να διατηρούμε τις καθαρά προσωπικές μας αναμνήσεις από αυτό το ταξίδι και αυτές δεν μπορούν να συγκριθούν με κανενός άλλου. Αντίθετα, σύμφωνα με τους ερευνητές, η αρχική γοητεία και «λάμψη» των νέων υλικών αγαθών γρήγορα «σβήνει» όταν βγει ένα νέο μοντέλο ή το δικό μας μοντέλο το αγοράσουν οι πάντες γύρω μας (ή ακόμα χειρότερα αν η τηλεόραση του συγγενούς μας έχει πιο καθαρή εικόνα από τη δική μας). Από την άλλη, «οι εμπειρίες είναι από τη φύση τους λιγότερο συγκρίσιμες και έτσι υποσκάπτονται πολύ λιγότερο από τις κοινωνικές συγκρίσεις», σύμφωνα με τον δρ. Gilovich. 

Φαίνεται πως η πιο σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ικανοποίηση που εξασφαλίζουν τα υλικά αγαθά και στην ευτυχία, που σχετίζεται με τις αναμνήσεις, είναι η συγκρισιμότητα. Η έρευνα δείχνει πως η ευτυχία στους ανθρώπους είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν σύγκρισης. Αν κανείς περνάει καλύτερα από ό,τι περνούσε πέρυσι, αλλά οι γύρω του περνούν ακόμα καλύτερα, τότε τελικά δεν περνάει αρκετά καλά. Συνεπώς, τα άυλα αγαθά και κυρίως οι εμπειρίες που δεν μπορούν να μπουν στη «ζυγαριά» της σύγκρισης δίνουν κατεξοχήν την αίσθηση της απόλαυσης, με πρώτες και καλύτερες τις διακοπές. Ειδικά σε «περίεργα» μέρη. Για την ακρίβεια, οι άνθρωποι λαχταρούν κάτι συναρπαστικό, το οποίο να είναι εκτός του συνηθισμένου.

Χρήματα και ευτυχία
Με τίτλο «Θα έχουμε πάντα το Παρίσι», τη μνημειώδη ατάκα από την ταινία «Καζαμπλάνκα», η ομάδα του καθηγητή δρ. Gilovich δημοσίευσε μια έρευνα για τη σχέση του χρήματος με την ευτυχία στην επιστημονική επιθεώρηση «Experimental Social Psychology». Όσον αφορά στα υλικά αντικείμενα, το επίπεδο ικανοποίησης πέφτει με κάθε αγορά. Και η διαδικασία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Αλλά αν ξοδέψουμε ένα καλό ποσό χρημάτων για διακοπές, θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε νέες εμπειρίες, που οι αναμνήσεις τους θα μας ικανοποιούν σε όλη μας τη ζωή. Οι αναμνήσεις μπορεί να είναι τόσο ζωντανές, που να προκαλούν αύξηση των ορμονών της ευτυχίας κάθε μέρα. Για τη ζωή στην πόλη, τα θεάματα όπως συναυλίες και θέατρο αυξάνουν τις πιθανότητες να νιώθει κανείς ευτυχισμένος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, συμβαίνει μια έκρηξη ορμονών που μας κάνει χαρούμενους με διάφορους τρόπους. Ενώ δηλαδή ένα νέο κινητό ή ακόμα και ένα νέο αυτοκίνητο είναι κάτι συνηθισμένο, που οι περισσότεροι έχουν ή μπορούν να αποκτήσουν, οι διάφορες προσωπικές εμπειρίες είναι αυτές που μένουν. Οι εξορμήσεις αποτελούν τον καλύτερο τρόπο για να ξεφύγει κανείς από τη μονοτονία. Ο δρ. Gilovich παρατήρησε επίσης ότι οι άνθρωποι τείνουν να είναι πιο ευτυχισμένοι όταν ξοδεύουν χρήματα για να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις τέχνης, σε υπαίθριες δραστηριότητες και για την εκμάθηση νέων δεξιοτήτων. Όχι όμως και για υλικά αγαθά. Και αυτό γιατί γρήγορα βαριόμαστε τα υλικά πράγματα, όμως οι εμπειρίες σταδιακά γίνονται μέρος της ταυτότητάς μας.  

Μπορούν οι διακοπές να φέρουν την ευτυχία;
Από μια οπτική γωνία, οι διακοπές φέρνουν μαζί τους στρες. Ο προορισμός μπορεί να αποδειχθεί κατώτερος των προσδοκιών μας, η παρέα μπορεί να χαλάσει, το ζευγάρι να μαλώσει. Αν πάλι όλα πάνε τέλεια, όταν τελικά ολοκληρωθούν οι διακοπές, παθαίνουμε την κατάθλιψη της επιστροφής. Τελικά, η καλοκαιρινή άδεια μπορεί να προκαλέσει περισσότερο άγχος από ό,τι χαρά και αυτό το επιβεβαιώνουν οι επισκέψεις στους ψυχολόγους, που αυξάνονται τις περιόδους γύρω από τις διακοπές. Ολλανδοί ερευνητές, σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό έντυπο «Applied Research in Quality of Life», προσπάθησαν να μετρήσουν την επίδραση των διακοπών στη συνολική ευτυχία των ατόμων και πόσο αυτή διαρκεί. Το βασικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν είναι πως αυτό που κάνει τον άνθρωπο χαρούμενο δεν είναι τόσο οι διακοπές αυτές καθαυτές όσο η προσμονή τους. Η μεγαλύτερη τόνωση στα επίπεδα ευτυχίας προερχόταν από τον σχεδιασμό και μόνο των επικείμενων αποδράσεων. Μάλιστα, η διαδικασία αυτή της διοργάνωσης μπορεί να επεκτείνει τη χρονική διάρκεια του θετικού συναισθήματος της ευτυχίας που νιώθει κανείς μέχρι και κατά οκτώ εβδομάδες.
 
Μία ακόμη παράμετρος που επηρέαζε τα επίπεδα ευτυχίας που δήλωναν οι συμμετέχοντες στην ολλανδική έρευνα μετά το τέλος των διακοπών τους ήταν το πώς περιέγραφαν τη συνολική εμπειρία αλλαγής περιβάλλοντος: χαλαρωτική, ουδέτερη ή στρεσογόνα. Όσοι χαρακτήρισαν τις διακοπές τους ουδέτερες ή γεμάτες στρες, δεν ένιωθαν πιο χαρούμενοι. Αν και αυτό ακούγεται φυσιολογικό, το εντυπωσιακό είναι ότι ούτε όσοι τις περιέγραψαν ως χαλαρωτικές ένιωθαν πιο χαρούμενοι από αυτούς που δεν πήγαν καθόλου. Μόνο όσοι δήλωσαν πως οι διακοπές τους ήταν πολύ χαλαρωτικές ήταν περισσότερο ευτυχισμένοι από τους υπόλοιπους, αλλά και αυτοί μόνο για δύο εβδομάδες.