Μέσα στο παραλήρημα των προεόρτιων προετοιμασιών, πολλά κινούνται γύρω από ένα θέμα, τα χρήματα. Τα χρήματα που έχουμε, που θα θέλαμε, που θα έπρεπε ή θα «μπορούσαμε» να διαθέσουμε, αλλά και τα αντίστοιχα των γύρω μας, ειδικά των πολύ δικών μας ανθρώπων. Μαζί με τη σεξουαλικότητα, τα χρήματα είναι ένα από τα πιο καίρια, αλλά και ακανθώδη, ζητήματα μέσα στις σχέσεις, ειδικά των ζευγαριών, και ο τρόπος που κάθε σχέση διαχειρίζεται τα οικονομικά της φανερώνει αρκετά για τη σχέση αυτή.





Κάθε ζευγάρι έχει το δικό του πολύ προσωπικό τρόπο να συνεννοείται για τα οικονομικά του. Κάποια ζευγάρια μιλάνε συνέχεια για τα χρήματα και ανακυκλώνουν συγκρούσεις και καβγάδες σχετικά με αυτά. Άλλα πάλι «τηρούν σιγήν ιχθύος», θεωρούν τη συζήτηση για το χρήμα ταμπού και συμπεριφέρονται σαν να μην υπάρχει. Υπάρχουν φυσικά και εκείνα που καταφέρνουν και βρίσκουν μια καλή ισορροπία στη διευθέτηση των οικονομικών τους θεμάτων, ίσως όμως αυτά να αποτελούν μειονότητα. Όπως ακριβώς και το σεξ, τα χρήματα δεν είναι μόνο αυτό που φαίνονται να είναι, δεν είναι δηλαδή απλώς ένα μέσο για να ικανοποιούμε τις άμεσες ανάγκες μας. Η φράση «κερδίζω το ψωμί μου» (που σε παραλλαγές υπάρχει στις περισσότερες γλώσσες των ανεπτυγμένων χωρών), δηλαδή «βγάζω λεφτά», δείχνει πόσο ταυτίζουμε τα χρήματα με αυτό που και συμβολικά και ουσιαστικά είναι για μας η «πρώτη ύλη» της ζωής, το ψωμί. Το χρήμα συνδέεται άμεσα με την τροφή και κατά συνέπεια με την αρχέγονη προσπάθειά μας να διατηρηθούμε στη ζωή.





Κι ενώ οι περισσότεροι θα θέλαμε οι σχέσεις μας να μην επισκιάζονται από θέματα τόσο «ποταπά», όπως είναι τα λεφτά, πιάνουμε συχνά τον εαυτό μας να στενοχωριέται και να θυμώνει με δικούς μας ανθρώπους, επειδή δεν συμφωνούμε με τον τρόπο που αυτοί αντιμετωπίζουν κάποια οικονομικά ζητήματα. Το βέβαιο είναι ότι, όπου ο καβγάς είναι για τα χρήματα, υπάρχουν κι άλλα «θερμά» θέματα που είτε δεν αναφέρονται καν είτε παρουσιάζονται σαν προβλήματα που ανακύπτουν από το οικονομικό, ενώ συνήθως συμβαίνει το αντίθετο. Όταν τα χρήματα γίνονται πρόβλημα ανάμεσα σε δύο συντρόφους, συνήθως συγκεκριμενοποιείται με αυτό τον τρόπο μια δυσκολία, ένα πεδίο σύγκρουσης που προϋπήρχε. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στις ακόλουθες περιπτώσεις.





Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία, η αγωνία του βρέφους να αγκιστρωθεί στη ζωή, που απαλύνεται με την εξασφάλιση από τη μητέρα τροφής, ζεστασιάς, προστασίας και στοργής, μεταφέρεται στην ενήλικη πια ζωή μας στα χρήματα. Και ακόμη κι αν δεν κινδυνεύουμε να μας λείψει η τροφή, τα χρήματα σημαίνουν πολύ περισσότερα. Πέρα από την καθαρά λογιστική τους αξία, ως μέσο οικονομικής συναλλαγής, κουβαλάνε μια σημασία υποσυνείδητη για τον καθένα από εμάς. Γι’ αυτό και η επιθυμία να κατέχουμε χρήματα, ο φόβος μήπως μας λείψουν ή μήπως κάποιος άλλος γίνει αιτία να τα στερηθούμε, ανακινεί μέσα μας ένα σωρό συναισθήματα που κάνουν κι εμάς τους ίδιους να απορούμε.





Η Ζωή και ο Ηλίας είναι παντρεμένοι 7 χρόνια και έχουν 2 μικρά παιδιά. O Ηλίας δουλεύει, η Ζωή σταμάτησε όταν έμεινε έγκυος, κι επειδή τα παιδιά ήρθαν πολύ κοντά το ένα μετά το άλλο, η Ζωή μέχρι στιγμής δεν έχει ξαναδουλέψει. Το πρόβλημά τους: O Ηλίας διαχειρίζεται τα χρήματα που κερδίζει σαν να του ανήκουν αποκλειστικά, της δίνει χρήματα για τα τρέχοντα έξοδα και με το σταγονόμετρο οτιδήποτε ζητήσει για τον εαυτό της ή επιπλέον για τα παιδιά. Η Ζωή εξομολογείται: «Λέει συνέχεια ότι κάνω την ωραία ζωή, ότι πάω βόλτα στο πάρκο με τα παιδιά τη στιγμή που αυτός ξεπατώνεται στη δουλειά και με έχει κάνει να φοβάμαι να του ζητήσω χρήματα, ακόμη και για τα ρούχα των παιδιών. Αυτή η ιστορία έχει κάνει πολύ κακό στη σχέση μας. Είναι λες και του αρέσει να περνάω για άχρηστη, ενώ ήταν κοινή μας απόφαση να καθίσω με τα παιδιά, τουλάχιστον ώσπου να πάνε σχολείο. Και το αστείο είναι ότι όσο δούλευα μου έκανε συχνά σκηνές ζηλοτυπίας…».





Το διαζύγιο αποτελεί πια για πολλά (δυστυχώς) ζευγάρια το τελευταίο και πιο «άγριο» στάδιο της διαφωνίας τους για τα χρήματα. Σε κάποια ζευγάρια που δεν κουβέντιασαν ποτέ το θέμα, σαν να μην υπήρχε, ξεσπάει ένας πραγματικός πόλεμος γι’ αυτά που έχει, δίνει, παίρνει, διεκδικεί ο καθένας. Κάθε χωρισμός είναι κι ένα συμβολικό πένθος, μια μεγάλη απώλεια. Όσοι δυσκολεύονται να την αντιμετωπίσουν και να την ξεπεράσουν, συχνά χρησιμοποιούν τα χρήματα για να παρατείνουν τη σχέση. Oι πιο συνηθισμένες περιπτώσεις: Η γυναίκα που την πλήγωσε ο άνδρας της και διεκδικεί πολύ μεγάλη διατροφή για να «πάρει το αίμα της πίσω», ο άνδρας που τον άφησε η γυναίκα του και αρνείται να πληρώσει ακόμη κι αν πρόκειται για τα παιδιά του, θέλοντας να την εκδικηθεί. Πρόκειται για τρομερά επώδυνες και αυτοκαταστροφικές συχνά διαδικασίες όπου με πρόφαση τα λεφτά ο καθένας θέλει να αποζημιωθεί για την αδικία που του έγινε, συνήθως χωρίς αποτέλεσμα. Όταν οι οικονομικές αψιμαχίες μετά το χωρισμό δεν σταματούν, τότε ίσως είναι απαραίτητη η βοήθεια ενός ειδικού, για να μπορέσουν επιτέλους να κλείσουν οι πληγές που σίγουρα δεν επουλώνονται (μόνο) με τα χρήματα.





Ίσως το παράπονο της Ζωής να μην απέχει πολύ από την αλήθεια. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφωνία αν πρέπει να ξοδέψουν τόσα ή κάτι παραπάνω, αλλά έχει να κάνει με υποτίμηση του άλλου βάσει της οικονομικής του συνεισφοράς. Άνδρες (και ίσως όχι μόνο) που δεν έχουν μεγάλη αυτοπεποίθηση αισθάνονται να επιβεβαιώνεται ο ανδρισμός τους όταν κερδίζουν περισσότερα ή μόνο αυτοί. Τείνουν να υποτιμούν την απασχόληση της γυναίκας τους με το νοικοκυριό, με τα παιδιά, κι έτσι να αισθάνονται ότι αυτό που κάνουν οι ίδιοι είναι πιο χρήσιμο, αξίζει περισσότερο. Και, βέβαια, η Ζωή «τσιμπάει», νιώθοντας άχρηστη, και δεν τολμάει να διεκδικήσει αυτό που αδιαμφισβήτητα της αναλογεί, ίσως επειδή και η κοινωνία γενικά δεν αναγνωρίζει την προσφορά των μητέρων που δεν εργάζονται και εκτός σπιτιού.





Λίγο διαφορετικά είναι τα πράγματα όταν κερδίζουν και οι δύο, αλλά η γυναίκα (αρκετά) περισσότερα από τον άνδρα της. Η Μαριάννα και ο Χάρης είναι 4 χρόνια παντρεμένοι και έχουν ένα παιδί. Εκείνη κερδίζει 2.500 ευρώ κι εκείνος λιγότερο από τα μισά, 1.100 ευρώ το μήνα. Τα λόγια της είναι αποκαλυπτικά: «Όλα τα έξτρα τα πληρώνω εγώ, ταξίδια, εξόδους, δώρα. Του κακοφαίνεται, αλλά αφού έτσι είναι τα πράγματα; Πρόσφατα θέλαμε να αλλάξουμε τραπεζαρία και αυτή που άρεσε στο Χάρη έκανε 3.500 ευρώ. Του είπα ότι δεν συμφωνώ, ότι τη βρίσκω πολύ ακριβή για μας. Λογοφέρναμε ώρα, ώσπου ξέσπασα και του είπα ότι έτσι κι αλλιώς δεν του πέφτει λόγος, αφού εγώ πληρώνω! Ξέρω ότι το παράκανα, αλλά τη βρίσκω πολύ ανώριμη αυτή την επιμονή του…».





Όταν ο άνδρας κερδίζει μόνιμα αρκετά λιγότερα από τη γυναίκα του, τότε αυτό που συμβαίνει συχνά είναι η σχέση τους να μεταλλάσσεται σε σχέση μητέρας-παιδιού. Επειδή είναι μια κατανομή δύναμης που ξεφεύγει από τα παραδοσιακά (αλλά ακόμη ισχύοντα) πρότυπα, όπου ο άνδρας έχει τη δύναμη του χρήματος και η γυναίκα των σχέσεων μέσα στην οικογένεια, και οι δύο δυσκολεύονται να προσαρμοστούν σε αυτή την κατάσταση, διατηρώντας τους κανονικούς τους ρόλους του ζευγαριού. Η γυναίκα που «έχει» περισσότερα γίνεται «μητέρα» και ο άνδρας που «παίρνει» από αυτήν «παιδί», αλλά συνήθως δεν είναι ικανοποιημένοι, γιατί ακόμη και η ερωτική τους ζωή μπορεί να πάσχει από αυτό. Oι καβγάδες συνεχίζονται και ως επί το πλείστον περιστρέφονται γύρω από τα λεφτά…





Βέβαια, σε μια σχέση, αυτός που κερδίζει τα χρήματα δεν είναι πάντα και αυτός που έχει τη «δύναμη» ή τον έλεγχο. Η Μαρία κι ο Γιάννης είναι παντρεμένοι, έχουν δύο παιδιά και δουλεύουν και οι δύο (ο Γιάννης βγάζει περισσότερα). Το πάθος του Γιάννη είναι η μουσική και ξοδεύει αρκετά για δίσκους, μουσικά όργανα, συσκευές. Η Μαρία διαφωνεί, του κάνει συνεχώς έλεγχο και τσακώνονται συχνά. «Με λέει εγωιστή… Θα ήθελε ό,τι μου περισσεύει να το βάζω στην άκρη για τα παιδιά, για αργότερα. Δεν το καταλαβαίνω… Δουλεύω τόσο πολύ, δεν μας λείπει τίποτα, ούτε στο δρόμο θα ’ναι τα παιδιά μας. Λατρεύω τη μουσική. Γιατί πρέπει να στερήσω από τον εαυτό μου αυτή την ευχαρίστηση;», είναι τα λόγια του Γιάννη. Ένα θέμα που βασανίζει πολλά ζευγάρια είναι το μέχρι πού μπορεί να παρέμβει ο ένας στο τι κάνει ο άλλος με τα χρήματα που βγάζει, πού τελειώνει το «δικά μας» και αρχίζει το «δικά μου».





Η σχέση μας με τα λεφτά και ο τρόπος που τα ξοδεύουμε διαμορφώνεται στην παιδική μας ηλικία από πρότυπα, αντιλήψεις και συναισθήματα που μας έχουν μεταδώσει οι γονείς μας. Κάποιοι έχουν μεγαλώσει μέσα σε ένα κλίμα εγκράτειας ή και φόβου «μη μας λείψουν», άλλοι μέσα σε κλίμα αφθονίας, κι αυτό όχι πάντα σε αναλογία με την αντικειμενική οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Αν λοιπόν συνευρεθούν δύο άνθρωποι με τόσο διαφορετικές αντιλήψεις για τα χρήματα, τα προβλήματα είναι προδιαγεγραμμένα. Oι απαιτήσεις της Μαρίας αφορούν τα λεφτά, αλλά στην πραγματικότητα η «σπατάλη» του την κάνει να νιώθει ανασφαλής. Εφόσον όμως προσφέρει απλόχερα στην οικογένειά του, τότε εκείνη ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθεί: «Γιατί με φοβίζει τόσο να βλέπω το σύντροφό μου να ξοδεύει για τον εαυτό του; Εγώ επιτρέπω κάτι αντίστοιχο στον εαυτό μου για την ευχαρίστησή μου; Γιατί νιώθω ότι τα χρήματα δεν κάνει να τα αγγίζουμε παρά μόνο για τα απαραίτητα;».





Σαν να κοιταζόμαστε σε έναν καθρέφτη, η συμπεριφορά του συντρόφου μας μπορεί να μας κάνει να καταλάβουμε τους δικούς μας φόβους: «Όταν ξοδεύει, φοβάμαι ότι θα μας λείψουν», «Όταν κάνει οικονομία, μου θυμίζει τους γονείς μου, που μάζευαν για την ώρα ανάγκης που δεν ήρθε ποτέ». Μπορεί να καταφέρουμε έτσι να αμφισβητήσουμε τη συμπεριφορά μας απέναντι στα χρήματα.