Η έρευνα γύρω από τις σχέσεις δείχνει ξεκάθαρα ότι οι περισσότερες από αυτές δεν αποτυγχάνουν λόγω μεμονωμένων, αποκομμένων, καταστροφικών γεγονότων. Τι είναι αυτό, τότε, που τις κάνει να μην πετυχαίνουν;
Πιο συχνά οι σχέσεις τείνουν να διαλύονται εξαιτίας των μοτίβων μας, αυτών που κάποτε μας έκαναν να νιώθουμε ασφαλείς και προστατευμένοι, αλλά με τον χρόνο έγιναν διαβρωτικά και ασύμβατα με τη σχέση μας. Μπορεί να αναρωτιόμαστε συνεχώς γιατί καταλήγουμε πάντα στα ίδια και τα ίδια, χωρίς να βρίσκουμε απάντηση ή να πιστεύουμε ότι πάντα έλκουμε τους λάθος συντρόφους.
Αυτό που κάνουμε είναι ότι επαναλαμβάνουμε μοτίβα, που κάποτε μας βοήθησαν να επιβιώσουμε, αλλά πλέον αποτελούν εμπόδιο στην εξέλιξή μας. Ακολουθούν τρία μοτίβα σχέσεων που μπορείτε να διακόψετε, ώστε να βελτιώσετε ουσιαστικά την ποιότητα των σχέσεών σας:
1. Υπερλειτουργικότητα στις σχέσεις στο όνομα της αγάπης
Η υπερλειτουργικότητα είναι ένα από τα πιο κοινωνικά επιβραβευμένα μοτίβα σχέσεων. Συνήθως εκδηλώνεται ως το να είναι κάποιος «εύκολος άνθρωπος», να προβλέπει και να καλύπτει τις ανάγκες όλων, να απορροφά το συναισθηματικό βάρος ή να προλαμβάνει τις συγκρούσεις πριν εμφανιστούν.
Όμως, αυτή η μορφή αφοσίωσης μπορεί σταδιακά να τροφοδοτεί για αυτό το άτομο την εξάντληση. Η συνήθεια αυτή συχνά αναπτύσσεται νωρίς στη ζωή κάποιου. Πολλά παιδιά μαθαίνουν, μέσα από άμεσες ή έμμεσες ενδείξεις, όπως είναι ο έπαινος ή η ανταμοιβή, ότι η εγγύτητα στις σχέσεις διατηρείται με το να είναι χρήσιμα, ευχάριστα ή απαραίτητα. Για παράδειγμα, αν η συναισθηματική διαθεσιμότητα των γονιών τους είναι ασυνεπής, μπορεί να προσαρμοστούν με το να γίνουν υπερβολικά προσεκτικά σε σχέση με τις ανάγκες των άλλων. Στην ενήλικη ζωή, αυτή η τάση μπορεί να ωθήσει έναν σύντροφο να αναλαμβάνει σιωπηλά τη συναισθηματική και νοητική διαχείριση ολόκληρης της σχέσης.
Μια μελέτη, που έχει δημοσιευτεί στο επιστημονικό περιοδικό Sex Roles, δείχνει ότι οι γυναίκες δυσανάλογα συχνά επωμίζονται το νοητικό και συναισθηματικό φορτίο της διαχείρισης του νοικοκυριού, όπως τον συντονισμό προγραμμάτων, τη διατήρηση της τάξης και την παρακολούθηση της συναισθηματικής κατάστασης των παιδιών, ακόμη κι όταν άλλες υποχρεώσεις, όπως τα οικονομικά, μοιράζονται πιο ισότιμα.
Σύμφωνα με την εν λόγω μελέτη, οι γυναίκες που ένιωθαν κυρίως υπεύθυνες για τη συναισθηματική και οργανωτική λειτουργία της οικογένειας ανέφεραν χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή, μεγαλύτερη υπερφόρτωση ρόλων και μειωμένη ικανοποίηση από τη σχέση, ακόμη και όταν λαμβανόταν υπόψη η συναισθηματική και σωματική οικειότητα. Η εγγύτητα από μόνη της δεν «προστάτευε» από το ψυχολογικό κόστος του να είναι κάποιος ο διαχειριστής της σχέσης.
Το να σπάσει κάποιος αυτό το μοτίβο δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει ψυχρός ή απόμακρος. Σημαίνει να χτίσει ανοχή στη δυσφορία του να μη διορθώνει τα πάντα. Μπορεί να το κάνει παίρνοντας τον χώρο που χρειάζεται μέσα στη σχέση και επιτρέποντας στους άλλους να αναλάβουν ευθύνη και να αποτύχουν, αν χρειαστεί, χωρίς να σπεύδει να «σώσει» τη δυναμική.
2. Αποφυγή της σύγκρουσης στις σχέσεις
Συχνά η αποφυγή της σύγκρουσης συγχέεται με τη συναισθηματική ωριμότητα. Λάθος! Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι ο τρόπος διαχείρισης της σύγκρουσης είναι ο ισχυρότερος προγνωστικός δείκτης αποτυχίας μιας σχέσης, όχι το αν υπάρχει σύγκρουση. Τα ζευγάρια που δεν τσακώνονται ποτέ δεν είναι απαραίτητα πιο υγιή από εκείνα που συγκρούονται συχνά. Στην πραγματικότητα, μπορεί να κρύβουν συναισθηματική αποστασιοποίηση πίσω από μια εικόνα αρμονίας.
Έρευνα δημοσιευμένη στο International Journal of Environmental Research and Public Health προσθέτει μια σημαντική διάσταση. Για άτομα με προσανατολισμό στην ανάπτυξη -ανοιχτά, εκφραστικά και εξελικτικά προσανατολισμένα στις σχέσεις- τα χαμηλότερα επίπεδα καταπίεσης συναισθημάτων συνδέονται με μεγαλύτερη ικανοποίηση, όταν και οι σύντροφοι ευθυγραμμίζονται σε αυτή την προσέγγιση.
Όταν οι διαφωνίες παρακάμπτονται συστηματικά, δεν εξαφανίζονται. Κατά κάποιον τρόπο «πηγαίνουν υπόγεια» και επανεμφανίζονται αργότερα ως παθητική επιθετικότητα, συναισθηματική απόσταση, ξαφνική αποσύνδεση ή μια αόριστη αίσθηση μοναξιάς μέσα στη σχέση.
Για να σπάσει κάποιος αυτό το μοτίβο, χρειάζεται να επαναπλαισιώσει τη σύγκρουση ως πληροφορία και όχι ως ένδειξη κινδύνου. Η διαφωνία προσφέρει και στους δύο πολύτιμα δεδομένα για ανάγκες, αξίες και όρια που συχνά χρειάζονται αναπροσαρμογή. Η ασφάλεια μιας σχέσης δεν καθορίζεται από τη ρήξη, αλλά από τις προσπάθειες επανόρθωσης που ακολουθούν. Οι υγιείς δεξιότητες επίλυσης συγκρούσεων χτίζουν εγγύτητα που αντέχει τη δυσφορία.
3. Σύγχυση της έντασης με την οικειότητα
Τέλος, υπάρχει το παραπλανητικό και γοητευτικό μοτίβο του να μπερδεύουμε επανειλημμένα τη συναισθηματική ένταση με τη βαθιά σύνδεση. Αυτό ενισχύεται, εν μέρει, από την εξιδανίκευση της γρήγορης εγγύτητας, της συνεχούς επικοινωνίας και των δραματικών σκαμπανεβασμάτων.
Η ένταση των πρώτων σταδίων μιας σχέσης τροφοδοτείται από τη ντοπαμίνη, όχι από την ασφάλεια δεσμού. Αυτή η ενεργοποίηση του συστήματος ανταμοιβής δημιουργεί συναισθήματα που μοιάζουν με βάθος, αλλά δεν ταυτίζονται με τη συναισθηματική ασφάλεια.
Μελέτη στο Psychoneuroendocrinology δείχνει ότι ο πρώιμος ρομαντικός δεσμός χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη αμοιβαιότητα και συναισθηματικό συγχρονισμό. Τα αυξημένα επίπεδα ωκυτοκίνης σε νέα ζευγάρια συνδέονται με τρυφερή επαφή, θετικό συναίσθημα, αμοιβαία προσοχή και συντονισμένες συναισθηματικές καταστάσεις.
Ωστόσο, η μελέτη δείχνει επίσης ότι ο πρώιμος δεσμός μπορεί να συνυπάρχει με αυξημένο άγχος και επαγρύπνηση γύρω από τη σχέση. Αυτό σημαίνει ότι η χημεία της αρχής μιας σχέσης δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ασφάλεια. Όταν ταυτίζουμε την αγάπη με συναισθηματική ένταση, η σταθερότητα μπορεί να μας φαίνεται βαρετή ή για όσους δεν πιστεύουν ότι αξίζουν υγιή αγάπη, ακόμη και ύποπτη ή απειλητική.
Το συναισθηματικό κόστος αυτού του μοτίβου είναι εξαιρετικά υψηλό. Όσοι δίνουν προτεραιότητα στην ένταση, τείνουν να παραβλέπουν τα χαρακτηριστικά που αποτελούν τα θεμέλια της μακροχρόνιας ικανοποίησης, όπως η αξιοπιστία, η καλοσύνη και η ικανότητα επανόρθωσης. Η συναισθηματική ρύθμιση είναι κρίσιμη για μια ανθεκτική σχέση.
Για να σπάσει κάποιος αυτό το μοτίβο, ίσως χρειαστεί να επαναπροσδιορίσει τι του φαίνεται «σωστό» σε μια σχέση. Μπορεί να ξεκινήσει παρατηρώντας όχι μόνο πόσο έντονα νιώθει, αλλά και πόσο ρυθμισμένος/η είναι συναισθηματικά στην παρουσία του άλλου.