Η γήρανση δεν αποτελεί μόνο βιολογική διαδικασία. Είναι και ψυχολογική εμπειρία, φορτισμένη με κοινωνικές προσδοκίες, πολιτισμικά πρότυπα και προσωπικούς φόβους. Μια νέα επιστημονική μελέτη από τη Σχολή Παγκόσμιας Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη κρίσιμο κομμάτι στο παζλ: οι γυναίκες που ανησυχούν έντονα για την ηλικία τους φαίνεται να εμφανίζουν επιταχυνόμενη γήρανση σε κυτταρικό επίπεδο.

Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Psychoneuroendocrinology, ενισχύουν την άποψη ότι οι υποκειμενικές ψυχολογικές εμπειρίες δεν παραμένουν «στο μυαλό», αλλά μπορούν να μεταφραστούν σε μετρήσιμες βιολογικές αλλαγές.

Από το βίωμα στη βιολογία

«Η έρευνά μας υποδηλώνει ότι οι υποκειμενικές εμπειρίες μπορεί να επηρεάζουν τις αντικειμενικές μετρήσεις της γήρανσης», εξηγεί η Μαριάνα Ροντρίγκες, διδακτορική φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και πρώτη συγγραφέας της μελέτης.

Όπως τονίζει, το άγχος που σχετίζεται με τη γήρανση δεν αποτελεί απλώς ψυχολογικό ζήτημα, αλλά μπορεί να αφήσει «αποτύπωμα» στο σώμα, με πραγματικές συνέπειες για την υγεία.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη σύνδεση φαίνεται να παίζουν οι επιγενετικές αλλαγές: τροποποιήσεις στον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται τα γονίδια, χωρίς να αλλάζει η αλληλουχία του DNA. Οι αλλαγές αυτές επηρεάζονται από το περιβάλλον, τον τρόπο ζωής και τις ψυχολογικές καταστάσεις, και θεωρούνται κρίσιμος μηχανισμός μέσω του οποίου το χρόνιο στρες επιταχύνει τη βιολογική γήρανση.

Γιατί οι γυναίκες ανησυχούν περισσότερο

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι γυναίκες είναι πιθανότερο να βιώνουν έντονη ανησυχία για τη γήρανση, κυρίως λόγω πολιτισμικών προτύπων που συνδέουν την αξία τους με τη νεότητα, την εμφάνιση και τη γονιμότητα.

Παράλληλα, στη μέση ηλικία πολλές γυναίκες επωμίζονται πολλαπλούς ρόλους, όπως τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων γονιών. Η καθημερινή επαφή με την ασθένεια και τη φθορά μπορεί να ενισχύει τον φόβο για το δικό τους μέλλον.

Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη

Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε δεδομένα από 726 γυναίκες που συμμετείχαν στη μακροχρόνια μελέτη Midlife in the United States (MIDUS). Οι συμμετέχουσες κλήθηκαν να αξιολογήσουν το επίπεδο ανησυχίας τους σχετικά με:

  • την απώλεια ελκυστικότητας με την ηλικία

  • την επιδείνωση της υγείας

  • το ενδεχόμενο να είναι «πολύ μεγάλες» για να αποκτήσουν παιδιά

Παράλληλα, συλλέχθηκαν δείγματα αίματος για τη μέτρηση της βιολογικής γήρανσης μέσω δύο επιγενετικών «ρολογιών».

Τι έδειξαν τα ευρήματα

Η αυξημένη ανησυχία για τη γήρανση συσχετίστηκε με ταχύτερο ρυθμό επιγενετικής γήρανσης.

Με απλά λόγια, οι γυναίκες που ανησυχούσαν περισσότερο φαίνεται να «γερνούσαν» βιολογικά πιο γρήγορα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ισχυρότερη συσχέτιση παρατηρήθηκε στο άγχος που αφορά την επιδείνωση της υγείας. Αντίθετα, οι ανησυχίες για την εμφάνιση και τη γονιμότητα δεν συνδέθηκαν σημαντικά με τους δείκτες επιγενετικής γήρανσης.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι φόβοι για την υγεία είναι πιο επίμονοι και μακροχρόνιοι, ενώ οι ανησυχίες για την ομορφιά και τη γονιμότητα τείνουν να μειώνονται με την πάροδο του χρόνου.

Ο ρόλος των συνηθειών ζωής

Όταν οι αναλύσεις προσαρμόστηκαν για παράγοντες όπως το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ, η συσχέτιση μεταξύ άγχους για τη γήρανση και επιγενετικής γήρανσης εξασθένησε. Αυτό υποδηλώνει ότι οι επιβλαβείς συμπεριφορές που συχνά συνοδεύουν το χρόνιο στρες μπορεί να μεσολαβούν στη σχέση αυτή.

Με άλλα λόγια, το άγχος μπορεί να επηρεάζει έμμεσα τη βιολογική γήρανση, οδηγώντας σε συνήθειες που επιβαρύνουν τον οργανισμό.

«Η ανησυχία για τη γήρανση είναι ένας μετρήσιμος και δυνητικά τροποποιήσιμος ψυχολογικός παράγοντας», σημειώνει ο Άντολφο Κουέβας, αναπληρωτής καθηγητής κοινωνικών και συμπεριφορικών επιστημών και συγγραφέας της μελέτης.

Το εύρημα αυτό ανοίγει τον δρόμο για παρεμβάσεις που δεν στοχεύουν μόνο στο σώμα, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι νοηματοδοτούν τη γήρανση.