Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του vita.gr στην Google

Το «κρυμμένο λίπος», γνωστό και ως ενδομυϊκός λιπώδης ιστός (intermuscular adipose tissue), περιγράφει τις εναποθέσεις λίπους που συσσωρεύονται ανάμεσα σε μυϊκές ομάδες ή ακόμη και ανάμεσα σε μεμονωμένες μυϊκές ίνες. Θεωρείται με απλά λόγια μια μορφή λίπους που συσσωρεύεται σε ιστούς όπου φυσιολογικά δεν υπάρχει, όπως οι μύες.

Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι το λίπος μέσα στους μυς μπορεί να έχει επιπτώσεις στην υγεία και να σχετίζεται με τη γήρανση, μεταβολικές παθήσεις όπως ο διαβήτης τύπου 2, καθώς και καρδιαγγειακά συμβάντα όπως τα εμφράγματα. Αντίθετα, η αυξημένη άλιπη μυϊκή μάζα συνδέεται με καλύτερα αποτελέσματα υγείας.

Ωστόσο, όπως υποδηλώνει και το όνομά του, σε αντίθεση με το ορατό σωματικό λίπος, το «κρυμμένο λίπος» δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμο και είναι δύσκολο να μετρηθεί με ακρίβεια και αξιοπιστία. Μια νέα μελέτη, αξιοποίησε προηγμένα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για την ανάλυση της σύστασης των μυών μέσω μαγνητικών τομογραφιών, με στόχο τον πιο αποτελεσματικό εντοπισμό του.

Η απεικονιστική μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Radiology της Radiological Society of North America, δείχνει ότι το λίπος που είναι «κρυμμένο» βαθιά μέσα στους μυς μπορεί να αποτελεί έναν υποτιμημένο παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακά και μεταβολικά προβλήματα, ακόμη και σε άτομα που κατά τα άλλα φαίνονται υγιή.

Ο ρόλος του κρυμμένου λίπους και της μυϊκής μάζας

Η μελέτη περιέλαβε περισσότερους από 11.000 ενήλικες χωρίς γνωστές προϋπάρχουσες παθήσεις. Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε μαγνητικές τομογραφίες για τη μέτρηση τόσο της άλιπης μυϊκής μάζας όσο και του ενδομυϊκού λίπους στους μύες κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης.

Οι ερευνητές εντόπισαν ένα σαφές μοτίβο: υψηλότερα επίπεδα ενδομυϊκού λίπους και χαμηλότερη μυϊκή μάζα συνδέονταν με χειρότερη καρδιομεταβολική υγεία.

Παρότι πολλοί συμμετέχοντες θεωρούνταν υγιείς, σημαντικό ποσοστό εμφάνιζε μη διαγνωσμένους παράγοντες κινδύνου: 16,2% είχαν υψηλή αρτηριακή πίεση, 8,5% ασταθή επίπεδα σακχάρου και 45,9% μη υγιή λιπιδαιμικά προφίλ.

Ακόμη και μετά την προσαρμογή παραγόντων όπως η ηλικία, το φύλο και η σωματική δραστηριότητα, τα υψηλότερα επίπεδα «κρυμμένου» λίπους στους μυς εξακολουθούσαν να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο υπέρτασης, δυσκολίας στη ρύθμιση του σακχάρου και κακών επιπέδων χοληστερόλης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η μεγαλύτερη άλιπη μυϊκή μάζα φάνηκε να έχει προστατευτική δράση, αλλά μόνο στους άνδρες.

Στις γυναίκες, η μυϊκή μάζα παρέμενε σχετικά σταθερή μέχρι τη μέση ηλικία και στη συνέχεια μειωνόταν σημαντικά μεταξύ 40 και 50 ετών. Αν και τα αίτια δεν είναι πλήρως ξεκάθαρα, οι ορμονικές αλλαγές της εμμηνόπαυσης ενδέχεται να εξηγούν γιατί δεν παρατηρήθηκε η ίδια προστατευτική επίδραση.

Η σημασία της σωματικής δραστηριότητας

Τα ευρήματα ενισχύουν τον ρόλο του τρόπου ζωής, καθώς τα χαμηλότερα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας συνδέθηκαν με περισσότερο «κρυμμένο» λίπος και μικρότερη άλιπη μυϊκή μάζα.

Αυτό υποδηλώνει ότι η τακτική άσκηση και η ενδυνάμωση μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση του ενδομυϊκού λίπους και στη βελτίωση της ποιότητας των μυών.

Συνολικά, τα αποτελέσματα ευθυγραμμίζονται με προηγούμενες μελέτες που δείχνουν ότι η αερόβια άσκηση και η προπόνηση αντίστασης βοηθούν στην πρόληψη της συσσώρευσης λίπους στους μυς και στη βελτίωση της μυϊκής μάζας, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους και άτομα με χρόνιες παθήσεις.

“Αόρατο” λίπος:  Γιατί τα νέα ευρήματα είναι σημαντικά

Τα ευρήματα υποδεικνύουν έναν πιθανό νέο τρόπο εντοπισμού των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο καρδιομεταβολικών νοσημάτων πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα, χρησιμοποιώντας τη σύσταση των μυών ως αξιόπιστο απεικονιστικό βιοδείκτη. Η μέθοδος αυτή θα μπορούσε να εντοπίζει και άτομα που φαίνονται μεταβολικά υγιή με βάση τα κλασικά κριτήρια, αλλά στην πραγματικότητα ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο.

Καθώς οι μαγνητικές τομογραφίες χρησιμοποιούνται ήδη ευρέως στην κλινική πράξη, οι ερευνητές προτείνουν ότι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και για την αξιολόγηση της μυϊκής σύστασης, χωρίς πρόσθετες διαδικασίες, προσφέροντας μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της υγείας του ασθενούς.

Ωστόσο, παρότι τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, απαιτούνται περισσότερα δεδομένα για να καθοριστεί ο ακριβής ρόλος της μυϊκής σύστασης στον κίνδυνο εμφάνισης νόσων.