Η έγκαιρη αναγνώριση των σοβαρών λοιμώξεων είναι ζωτικής σημασίας για την υγεία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση του ιού Έμπολα και του χανταϊού, δύο παθογόνων που, παρά τις σημαντικές τους διαφορές, μπορούν αρχικά να εκδηλωθούν με συμπτώματα τα οποία εύκολα αποδίδονται σε κοινές λοιμώξεις. Η έγκαιρη διάγνωση ωστόσο, είναι καθοριστική, καθώς η νόσος και στις δύο περιπτώσεις, μπορεί να επιδεινωθεί ταχύτατα.
Με αφορμή δύο πρόσφατα επιστημονικά άρθρα στο Canadian Medical Association Journal (CMAJ), οι ειδικοί υπενθυμίζουν όσα πρέπει να γνωρίζουμε για τον Έμπολα και τον χανταϊό, υπογραμμίζοντας την ανάγκη έγκαιρης διάγνωσης, κατάλληλης διαχείρισης των περιστατικών και αυστηρής εφαρμογής μέτρων πρόληψης της μετάδοσης.
Η σπάνια αλλά επικίνδυνη λοίμωξη του χανταϊού
Ο χανταϊός μεταδίδεται κυρίως μέσω επαφής με τρωκτικά ή από την έκθεση σε χώρους που έχουν μολυνθεί από τα περιττώματα, τα ούρα ή το σάλιο τους. Στον Καναδά καταγράφονται μόλις λίγα επιβεβαιωμένα περιστατικά κάθε χρόνο (4-5), κυρίως σε αγροτικές περιοχές όπου η έκθεση σε τρωκτικά είναι συχνότερη. Οι ερευνητές εστιάζουν συγκεκριμένα στο στέλεχος Andes, καθώς έχει επιβεβαιωθεί ότι μπορεί να μεταδοθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Η περίοδος επώασης κυμαίνεται συνήθως από δύο έως τέσσερις εβδομάδες. Τα πρώτα συμπτώματα του χανταϊού μοιάζουν με εκείνα της γρίπης και περιλαμβάνουν:
- Πυρετό
- Πονοκέφαλο
- Μυϊκοί πόνοι
- Κοιλιακό άλγος
Ανάλογα με το στέλεχος, η λοίμωξη μπορεί να εκδηλωθεί με διαφορετικό τρόπο. Στη Βόρεια και Νότια Αμερική συνδέεται κυρίως με το Πνευμονικό Σύνδρομο Χανταϊού (HPS), μια σπάνια αλλά εξαιρετικά σοβαρή νόσο που επηρεάζει τους πνεύμονες και την καρδιά. Στην Ευρώπη και την Ασία προκαλεί αιμορραγικό πυρετό και νεφρική δυσλειτουργία.
Διάγνωση & θεραπεία
Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις, όπως ορολογικό και μοριακό έλεγχο (PCR).
Μέχρι πρότινος δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο ή ειδική αντιική θεραπεία για τον χανταϊό. Η αντιμετώπιση βασίζεται κυρίως στην υποστηρικτική φροντίδα και στη διαχείριση των επιπλοκών.
Έμπολα… Ένας ιός με υψηλή θνητότητα
Ο ιός Έμπολα προκαλεί επιδημίες στην Κεντρική και Δυτική Αφρική από το 1976, όταν εντοπίστηκε για πρώτη φορά. Η μετάδοση γίνεται μέσω άμεσης επαφής με σωματικά υγρά μολυσμένου ατόμου, όπως αίμα, εμετός, διάρροια και σπέρμα, αλλά και μέσω επαφής με μολυσμένες επιφάνειες ή αντικείμενα.
Η πρόσφατη έξαρση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό αφορά το στέλεχος Bundibugyo ebolavirus, το οποίο συνδέεται με ποσοστά θνητότητας που εκτιμώνται μεταξύ 30% και 50%.
Παρότι ο Έμπολα έχει συνδεθεί με τον αιμορραγικό πυρετό, λιγότεροι από τους μισούς ασθενείς εμφανίζουν αιμορραγικά συμπτώματα. Οι συχνότερες πρώιμες ενδείξεις της λοίμωξης, περιλαμβάνουν:
- Πυρετός άνω των 38°C
- Έντονη κόπωση
- Μυϊκοί πόνοι
- Γαστρεντερικές διαταραχές
Η περίοδος επώασης μπορεί να κυμαίνεται από δύο έως 21 ημέρες, ενώ η διάγνωση επιβεβαιώνεται με μοριακό έλεγχο (PCR).
Πρόοδος στις θεραπείες, αλλά όχι για όλα τα στελέχη του Έμπολα
Τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί σημαντικές εξελίξεις στην πρόληψη και θεραπεία ορισμένων μορφών του Έμπολα. Εμβόλια που στοχεύουν το στέλεχος Zaire ebolavirus έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικά, ενώ νέες αντιικές θεραπείες έχουν συμβάλει στη μείωση της θνητότητας.
Ωστόσο, για το Bundibugyo ebolavirus δεν υπάρχουν ακόμη εγκεκριμένα εμβόλια ή ειδικές θεραπείες. Για τον λόγο αυτό, η έγκαιρη διάγνωση, η απομόνωση των περιστατικών και η υποστηρικτική φροντίδα παραμένουν τα βασικά «όπλα» των υγειονομικών αρχών.