Το ένα τρίτο των ενηλίκων στις δυτικές χώρες πάσχει από χρόνιες παθήσεις και μάλιστα οι μισοί από αυτούς πάσχουν από πολλαπλές συννοσηρότητες, με αποτέλεσμα να χρειάζονται γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, τους οποίους επισκέπτονται σε διαφορετικές δομές υγείας.
Το γεγονός αυτό, ασκεί σοβαρές πιέσεις στα συστήματα υγείας, αλλά και στους ασθενείς που πρέπει να συντονίζονται σε διαφορετικά ραντεβού με τους γιατρούς τους, μπαίνοντας σε λίστες αναμονής για την αντιμετώπιση του ενός ή των πολλαπλών ζητημάτων υγείας τους.
Τι θα γινόταν όμως αν υπήρχε η δυνατότητα απομακρυσμένης διαχείρισης των νοσημάτων τους;
Το ερώτημα τέθηκε σε περίπου 2000 ασθενείς μέσης ηλικίας, στο πλαίσιο μελέτης στη Γαλλία, από ερευνητές των Πανεπιστημίων Paris Cité, της Σορβόνης, του Ινστιτούτου Υγείας της Γαλλίας, δημοσίων νοσοκομείων, του Κέντρου Επιδημιολογίας της Γαλλίας, αλλά και του τμήματος Επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης.
Πέρα από την ανυπαρξία δυνατότητας απομακρυσμένης επικοινωνίας με τους θεράποντες γιατρούς τους για το 47% των ασθενών που ρωτήθηκαν, πάνω από τους μισούς ασθενείς με έστω και μία χρόνια πάθηση (το 55%), θα προτιμούσε τη λύση αυτή για επανάληψη της συνταγογράφησής τους και άλλο ένα 43% ήταν διατεθειμένο να επικοινωνήσει με τον γιατρό του από μακριά, για να συζητήσει τα αποτελέσματα εξετάσεων.
Όμως, όσο σοβαρότερο είναι το ζήτημα για το οποίο χρειάζεται κάποιος ασθενής τον γιατρό του, τόσο λιγότερες είναι και οι πιθανότητες να συναινέσει σε μια εξ΄ αποστάσεως επικοινωνία με αυτόν, μόνο.
Σύμφωνοι με το ενδεχόμενο απομακρυσμένης επικοινωνίας με τον γιατρό ήταν το 36% των ασθενών όταν επρόκειτο για επιδείνωση συμπτωμάτων, το 25% όταν εμφανίζονταν νέα συμπτώματα και το 26% για το ετήσιο τσεκ απ.
Όμως το 51% των ασθενών εμφανίστηκε διατεθειμένο να ανταλλάξει ένα ραντεβού δια ζώσης σε 20 ημέρες με τον θεράποντα γιατρό με μια εξ΄ αποστάσεως συζήτηση της κατάστασής του μέσα στις επόμενες 5 ημέρες με έναν γιατρό που δεν τον παρακολουθούσε συστηματικά.
Σύμφωνα με την μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA, οι απαντήσεις αξιολογήθηκαν βάσει:
- Διαθεσιμότητας και χρήσης των μέσων για εξ΄ αποστάσεως συζήτηση με τον γιατρό, μέσω βίντεο, τηλεφώνου σε ένα εξ΄ αποστάσεως ραντεβού ή μέσω αποστολής δεδομένων και απαντήσεων σε χρόνους που διευκόλυναν και τις δύο πλευρές (γιατρό και ασθενή)
- Προτίμησης του ασθενή για δια ζώσης ή εξ ‘ αποστάσεως συζήτηση της κατάστασης του πάσχοντα με τον θεράποντα γιατρό του και
- Πρόθεση του ασθενή να ανταλλάξει την δια ζώσης εξέταση με ραντεβού με τον θεράποντα γιατρό του μετά από 20 ημέρες, με συμβουλευτική εξ’ αποστάσεως εντός του επομένου πενθημέρου και με γιατρό που δεν ήταν ο θεράπων του.
Αλλαγές στα συστήματα υγείας
Η μελέτη επισημαίνει ότι οι πιέσεις στα συστήματα υγείας από την αυξανόμενη ζήτηση υπηρεσιών υγείας, αλλά και οι ελλείψεις ιατρικού προσωπικού διεθνώς, θέτουν θέμα αλλαγής της οργάνωσης των συστημάτων υγείας.
Από τη μέχρι σήμερα οργάνωση των συστημάτων, η παρακολούθηση για χρόνια νοσήματα επιβαρύνει τους ασθενείς τόσο σε ότι αφορά τη διευθέτηση του χρόνου και τον συντονισμό τους με τον γιατρό τους, όσο και ψυχολογικά.
Κι αυτό γιατί:
- Οι ασθενείς πρέπει να κάνουν προσωπικές και επαγγελματικές διευθετήσεις για μια δια ζώσης εξέταση που μπορεί να χρειάζεται μεγάλες διαδρομές και πολύ χρόνο αναμονής. Για παράδειγμα, στη Γερμανία, μια μελέτη διαπίστωσε ότι οι ασθενείς χρειάστηκε να διαθέσουν πάνω από 1 ώρα για ένα 13λεπτο ραντεβού με νευρολόγο.
- Τα ραντεβού προγραμματίζονται πολύ νωρίτερα, οπότε οι ασθενείς βλέπουν τον γιατρό τους στην προγραμματισμένη ώρα και όχι όταν χρειάζονται περίθαλψη. Για παράδειγμα, οι κατευθυντήριες γραμμές για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα συνιστούν ραντεβού κάθε 3 – 6 μήνες, κάτι που δεν είναι αρκετό ούτε για την πλειονότητα των ασθενών που είναι ρυθμισμένοι, ούτε για τη μειοψηφία που μπορεί να κάνει εξάρσεις στο ενδιάμεσο και να παραμείνει χωρίς θεραπεία περιμένοντας το επόμενο προγραμματισμένο ραντεβού.
- Ανάμεσα στα ραντεβού, οι ασθενείς μόνοι τους πρέπει να διαχειριστούν την κατάστασή τους, με περιορισμένη καθοδήγηση για το πότε και πώς να ζητήσουν βοήθεια.
Υπέρ και κατά
Η εξ’ αποστάσεως περίθαλψη θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ορισμένα από αυτά τα βάρη μειώνοντας τον χρόνο μετακίνησης και διευκολύνοντας την επικοινωνία την κατάλληλη στιγμή. Στη μελέτη διερευνήθηκε η εξ’ αποστάσεως επικοινωνία με τον γιατρό είτε ταυτόχρονα (μέσω βίντεο ή τηλεφώνου) είτε σε διαφορετικούς χρόνους (μέσω μηνυμάτων σε ασφαλείς πλατφόρμες υγείας). Οι σύγχρονες μέθοδοι μιμούνται τη δυναμική μιας δια ζώσης ιατρικής επίσκεψης, επιτρέποντας την επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο μεταξύ του ασθενούς και του γιατρού, ενώ παράλληλα μειώνουν τους γεωγραφικούς και προσωπικούς περιορισμούς που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ασθενείς.
Η επικοινωνία, όχι στον ίδιο χρόνο μεταξύ γιατρού – ασθενή, επιτρέπουν στους ασθενείς να στέλνουν πληροφορίες, να υποβάλλουν ερωτήσεις ή να μοιράζονται έγγραφα με τους γιατρούς τους ανά πάσα στιγμή, χωρίς τον φόβο της ενόχλησης και της αναμονής για διαθεσιμότητα, καθώς δεν αναμένονται απαντήσεις σε πραγματικό χρόνο.
Στη βιβλιογραφία, μελέτες αναφέρουν αντικρουόμενα αποτελέσματα σχετικά με τις προτιμήσεις των ασθενών σχετικά με την εξ αποστάσεως εξέταση.
Από τη μία πλευρά, όταν ρωτήθηκαν για ένα μόνο ραντεβού, οι ασθενείς συχνά έδειξαν την προτίμησή τους για προσωπική επίσκεψη, η οποία επιτρέπει την ανθρώπινη επαφή και τη φυσική εξέταση.
Από την άλλη όμως, όταν ρωτήθηκαν για το πώς φαντάζονται τη μακροχρόνια θεραπεία τους, το 31% των ασθενών ανέφερε ότι θα μπορούσε να αντικαταστήσει την δια ζώσης επίσκεψη για περισσότερο από τα μισά ραντεβού. Δεν είναι σαφές εάν οι ασθενείς θα ήταν πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν εξ αποστάσεως συμβουλευτική όταν ο θεράπων γιατρός τους δεν είναι διαθέσιμος εντός κάποιου αποδεκτού χρονικού πλαισίου.
*Από την Άννα Παπαδομαρκάκη