Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να κοιτούν τις θερμίδες στις διατροφικές ετικέτες των τροφίμων. Ένα σνακ μπορεί να γράφει 200 θερμίδες, ένα γεύμα 500 και ένα ρόφημα 100. Η λογική φαίνεται απλή: τόσες θερμίδες περιέχει η τροφή, τόσες λαμβάνει και ο οργανισμός.
Στην πραγματικότητα, όμως, η διαδικασία είναι πολύ πιο περίπλοκη. Το σώμα δεν απορροφά πάντα όλες τις θερμίδες με τον ίδιο τρόπο, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και τα τρισεκατομμύρια μικροοργανισμών που ζουν στο έντερο. Το λεγόμενο μικροβίωμα του εντέρου φαίνεται ότι επηρεάζει σημαντικά το πόση ενέργεια αξιοποιεί τελικά ο οργανισμός από τις τροφές.
Νέα επιστημονική μελέτη από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One, έρχεται να φωτίσει αυτό το «κρυφό» κομμάτι της πέψης, παρουσιάζοντας ένα νέο μαθηματικό μοντέλο που υπολογίζει όχι μόνο τι τρώμε, αλλά και τι πραγματικά απορροφά το σώμα μας.
Τι είναι το μικροβίωμα του εντέρου;
Το μικροβίωμα του εντέρου είναι η τεράστια κοινότητα βακτηρίων και άλλων μικροοργανισμών που ζουν κυρίως στο παχύ έντερο. Παρότι παλαιότερα θεωρούνταν απλώς «φιλοξενούμενοι» του οργανισμού, σήμερα είναι γνωστό ότι συμμετέχουν ενεργά σε πολλές λειτουργίες του σώματος.
Τα μικρόβια του εντέρου βοηθούν:
- στην πέψη ορισμένων τροφων,
- στην παραγωγή ουσιών χρήσιμων για τον οργανισμό,
- στη λειτουργία του ανοσοποιητικού,
- αλλά και στη ρύθμιση του μεταβολισμού.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος τους στη διάσπαση των φυτικών ινών και άλλων συστατικών που δεν πέπτονται πλήρως στο ανώτερο πεπτικό σύστημα.
Γιατί οι θερμίδες δεν είναι πάντα ίδιες
Για περισσότερα από 100 χρόνια, ο υπολογισμός των θερμίδων βασίζεται στο σύστημα Atwater, μια μέθοδο που εκτιμά την ενέργεια των τροφών ανάλογα με την ποσότητα πρωτεϊνών, υδατανθράκων και λιπαρών που περιέχουν.
Σύμφωνα με αυτό το σύστημα:
- 1 γραμμάριο πρωτεΐνης αποδίδει περίπου 4 θερμίδες,
- 1 γραμμάριο υδατανθράκων περίπου 4 θερμίδες,
- και 1 γραμμάριο λίπους περίπου 9 θερμίδες.
Η μέθοδος αυτή παραμένει χρήσιμη και εφαρμόζεται παγκοσμίως στις διατροφικές ετικέτες. Ωστόσο, δεν λαμβάνει υπόψη έναν πολύ σημαντικό παράγοντα: τη δράση των μικροβίων του εντέρου.
Οι επιστήμονες γνωρίζουν πλέον ότι δύο άνθρωποι μπορεί να απορροφούν διαφορετική ποσότητα ενέργειας από το ίδιο ακριβώς γεύμα, ανάλογα με:
- το μικροβίωμά τους,
- τον τρόπο επεξεργασίας της τροφής,
- την ποσότητα φυτικών ινών,
- αλλά και τη γενικότερη λειτουργία του πεπτικού τους συστήματος.
Το νέο μοντέλο DAMM
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Αριζόνα δημιούργησαν ένα νέο μοντέλο με την ονομασία DAMM, από τα αρχικά των λέξεων:
- digestion (πέψη),
- absorption (απορρόφηση),
- microbial metabolism (μικροβιακός μεταβολισμός).
Το μοντέλο παρακολουθεί την πορεία της τροφής μέσα στο πεπτικό σύστημα και υπολογίζει:
- τι απορροφά άμεσα ο οργανισμός,
- τι φτάνει στο παχύ έντερο,
- πώς τα μικρόβια επεξεργάζονται το υπόλοιπο υλικό,
- και πόση επιπλέον ενέργεια παράγεται τελικά από αυτή τη διαδικασία.
Με απλά λόγια, το DAMM προσπαθεί να υπολογίσει όχι μόνο τις θερμίδες που περιέχει μια τροφή, αλλά και πόσες από αυτές γίνονται πραγματικά διαθέσιμες στον οργανισμό.
Ο ρόλος των φυτικών ινών
Στη μελέτη συμμετείχαν υγιείς ενήλικες που ακολούθησαν δύο διαφορετικά διατροφικά πρότυπα.
Η πρώτη διατροφή ήταν πλούσια σε:
- φυτικές ίνες,
- ανθεκτικό άμυλο,
- και λιγότερο επεξεργασμένες τροφές.
Η δεύτερη ήταν πιο κοντά στη δυτικού τύπου διατροφή, με:
- περισσότερα επεξεργασμένα τρόφιμα,
- λιγότερες φυτικές ίνες,
- και μικρότερα σωματίδια τροφής.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι ακολουθούσαν τη δυτικού τύπου διατροφή απορροφούσαν περίπου 116 περισσότερες θερμίδες ημερησίως σε σύγκριση με όσους κατανάλωναν περισσότερες φυτικές ίνες.
Ενδιαφέρον είναι ότι η ομάδα με τις φυτικές ίνες δεν ανέφερε μεγαλύτερο αίσθημα πείνας, παρά το γεγονός ότι απορροφούσε λιγότερες καθαρές θερμίδες.
Πώς τα μικρόβια παράγουν επιπλέον ενέργεια
Όταν οι φυτικές ίνες και άλλα άπεπτα υπολείμματα τροφών φτάνουν στο παχύ έντερο, τα μικρόβια αρχίζουν να τα «ζυμώνουν». Κατά τη διαδικασία αυτή παράγονται ουσίες που ονομάζονται λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου.
Αυτές οι ουσίες μπορούν:
- να απορροφηθούν από το έντερο,
- να χρησιμοποιηθούν από τον οργανισμό ως πηγή ενέργειας,
- και να επηρεάσουν θετικά τη μεταβολική υγεία.
Το νέο μοντέλο υπολόγισε ότι αυτά τα λιπαρά οξέα προσφέρουν κατά μέσο όρο περίπου 140 θερμίδες ημερησίως, δηλαδή περίπου το 7% της συνολικής αξιοποιήσιμης ενέργειας του οργανισμού.
Οι ερευνητές εκτίμησαν επίσης ότι:
- περίπου το 85% της ενέργειας απορροφάται στο ανώτερο πεπτικό σύστημα,
- ενώ περίπου το 15% σχετίζεται με τη δραστηριότητα των μικροβίων στο παχύ έντερο.
Τι σημαίνει αυτό για τη διατροφή;
Τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι η ποιότητα της τροφής ίσως είναι εξίσου σημαντική με την ποσότητα των θερμίδων.
Μια διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες:
- φαίνεται να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο απορροφάται η ενέργεια,
- επηρεάζει θετικά το μικροβίωμα,
- και μπορεί να συμβάλλει καλύτερα στη ρύθμιση του βάρους και του μεταβολισμού.
Αντίθετα, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα απορροφώνται συχνά πιο εύκολα και γρήγορα, αυξάνοντας τη συνολική ενεργειακή πρόσληψη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι θερμίδες παύουν να έχουν σημασία. Σημαίνει όμως ότι ο οργανισμός δεν λειτουργεί σαν μια απλή αριθμομηχανή θερμίδων.
Τι μπορεί να προσφέρει το νέο μοντέλο στο μέλλον
Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι το DAMM θα μπορούσε να βοηθήσει σημαντικά στην κατανόηση:
- της παχυσαρκίας,
- του διαβήτη τύπου 2,
- αλλά και άλλων μεταβολικών διαταραχών.
Ίσως στο μέλλον το νέο μοντέλο να οδηγήσει σε πιο εξατομικευμένες διατροφικές προσεγγίσεις.